Ποιητική Αλήθεια

"Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια"

Τα πυροβολεία της μοναξιάς και της ερημίας

Τα παρακάτω έχουν παρθή από το blog των φίλων και μαθητών του Δημήτρη Λιαντίνη και πρόκειται για δουλειά της κυρίας Μαρίας Λαμπρίδου.
Από εδώ.
– Επανάσταση σημαίνει ότι κάθε στιγμή
πρέπει να στέκεσαι άγρυπνος,
για να πατάς στο κεφάλι
το μέσα σου δράκοντα.
Εκείνη την πλεχταριά των φιδιών
από την αμάθεια και τα πάθη σου,
που χωρίς να κουράζεται πασχίζει
ακατάπαυστα να ρίχνει
τη λευτεριά σου στα δεσμά και στα σίδερα.

– Επανάσταση θα πει συναγερμός, και γρηγορείτε,
και κατάσταση έκτακτης ανάγκης επ’ άπειρον.
Μόνον όταν την υπηρετείς έτσι,
και είσαι στη συνέχεια στη γραμμή των πρόσω,
δεν θα συναντήσεις μπροστά σου
τους Λαιστρυγόνες της αντίδρασης.

ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ – ΟΔΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ
Στο φίλο Γ.Ν.Π.
Η ώρα είναι πέντε παρά τα ξημερώματα εδώ στην Ηγουμενίτσα και βρέχει. Έξω βρέχει. Μέσα η μικρή σόμπα και η κλασική μουσική. Συμφωνίες του Haydn.
Οι “φυσιολογικοί” άνθρωποι τέτοιες ώρες κοιμούνται. Οι φίλοι μου όμως ξενυχτούν. Μαύρα πουλιά οι φίλοι μου, που έλεγε η Κατερίνα Γώγου, “βλέπουν όνειρα καί δέν κοιμούνται”. “Σύρματα τεντωμένα” οι φίλοι μου, που “πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια” και τα ξεκαρφώνουν ένα ένα τις νύχτες χτίζοντας αφύσικες ιστορίες σε ύψος οριζόντιο. Κι έπειτα φςςςςς, πετάνε μακριά και φεύγουν. Μία και καλή κοιμούνται οι δικοί μου φίλοι. Κι επειδή το γνωρίζουν, δεν έχουν καιρό για χάσιμο, δεν έχουν καιρό για ύπνο.
“Με ξενύχτησες χτες”, γκρίνιαξε ο Γιώργος την περασμένη μέρα. Αντί για καλημέρα, στο φατσοβιβλίο… Διάβαζε είπε, το ιστολόγιο. Κι εγώ τον έστειλα να ξαναδιαβάσει, για τον Αργύρη το Χιόνη, που έφυγε ανήμερα Χριστούγεννα. Και για τα εφτακόσια χρόνια που δεν έχουμε στη διάθεσή μας. Έχουμε μόνο τα εφτά δέρματα της μοναξιάς. Αυτή η πανοπλία μας.
«Είναι ασύλληπτη υπόθεση η βιογραφία του αληθινού ποιητή. Η μοναξιά και η πίκρα του έχει εφτά δέρματα, λέει ο ξένος. Και ο δικός μας έγραψε πως ο ποιητής, αν είναι να δημιουργήσει έργο, οφείλει να σπαταλήσει τη ζωή του ως την ίνα και ως τη ρανίδα. Θυσία στον ήλιο τον κοσμήτορα, και στο χάος το τέρας είναι η ζωή του ποιητή. Και διαθήκη που θα την υπογράψει με το αίμα του. Όπως ο Φάουστ με το σκούφο του σοφού υπόγραψε με το διάβολο τον κατσικοπόδαρο.»
Δ. Λιαντίνης, “Τα Ελληνικά” (σελ 84)

Δεν τον ξενύχτησα εγώ το Γιώργο. Ο κάθε Γιώργος που ξενυχτάει, κι ας μην τον λένε Γιώργο, έχει το δικό του ξυπνητήρι που δεν τον αφήνει να αποκοιμηθεί. “Μην κοιμηθείτε, θα σας πω μωρές”, που λέει κι ο Λιαντίνης:

“Είναι φοβερή αυτή η εντολή, η παραβολή των δέκα παρθένων, οι μωρές. Μιλάμε για υπαρκτικό ύπνο. Σε παρέσυρε η ζωή και ξεχνάς ποια είναι η ουσία; Να ‘σαι πάντα άγρυπνος,

«Πάντα ανοιχτά» πέστε το,

«πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου»,

λέει ο Σολωμός. Να ‘τοι οι στίχοι του Σολωμού που σας λέω ο καθένας αξίζει για δέκα τόμους. Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα. Να τη ζω, να τη ρουφάω, να τη χαίρομαι, όσο μπορώ πιο έντιμα, γιατί λάθη θα κάνουμε όλοι αγαπητοί μου φίλοι. Όσο μπορώ πιο έντιμα όμως, πιο ηθικά, πιο ενάρετα, πιο όμορφα. Υπάρχει ομορφιά μέσα στην ηθική.”

HXHTIKO NTOKOYMENTO ΑΠΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ

ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΝΑ ΤΟ ΑΚΟΥΣΕΤΕ

Μια άλλη όψη της εντολής του Ελύτη, να μνημονεύουμε όπου κι αν μας βρει το κακό το Διονύσιο Σολωμό και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη! Κι επειδή τις τελευταίες μέρες είπαμε κι αν είπαμε για τον κυρ Αλέξανδρο, δίκαιο ήταν να θυμηθούμε και το σιορ Διονύσιο.
Μιλώντας λοιπόν ο Λιαντίνης για τα εφτά δέρματα της μοναξιάς, γυρνά αμέσως μετά και ρωτά τον αναγνώστη:

“Είναι τυχαίο, δηλαδή, που ο Σολωμός, ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης, κι αν θέλεις πάμε πιο βαθιά ο Ηράκλειτος, ο Πλάτων, ο Νίτσε, ζήσανε και πεθάναν έρημοι, ανέστιοι, ανυμέναιοι, ολιγόκοσμοι, άπαιδοι, μοναχικοί;” (Τα Ελληνικά, ό.π.)

Πριν σε πιάσει θλίψη για τη ζωή τους, κι αρχίσεις να τραγουδάς το μαύρη ζωή που κάνανε αυτοί οι έρ(η)μοι κλέφτες, κάτσε να σου διαβάσω και τούτο:

“Το φράγμα της ανθρωπολογικής καταδίκης το διασπούν τα πυροβολεία της μοναξιάς και της ερημίας.”

Δ. Λιαντίνης, Έξυπνο Ενύπνιο, σελ. 51

Μην τους λυπάσαι λοιπόν και μη σπαταλάς άδικα τα δάκρυά σου. Τους ποιητές. Γιατί κινδυνεύεις να πάθεις ότι πρόκαμαν να σταματήσουν το Συγγρό να κάμει, να ελεήσει έναν Παπαδιαμάντη. (Τα Ελληνικά, 79 & 108)
– Τι κάνεις, άνθρωπε! Είναι ποιητές αυτοί! Αληθινοί ποιητές.
Έζησαν έρημοι και ισχυροί γιατί το επέλεξαν έτσι να ζήσουν. Κι άσε τους ανεγκέφαλους να γράφουν βιβλία και την ερημία του ποιητή να την ερμηνεύουν με το εκ γυναικός επήγασαν τα φαύλα σε δεύτερη έκδοση. Ως εκεί φτάνει το μυαλό τους. Κι ερημία που δεν έζησες ο ίδιος δεν μπορείς και να τη νιώσεις, να την αγγίξεις δεν μπορείς. Δεν είναι κόκαλα στο νεκροτομείο τα εφτά δέρματα της μοναξιάς του ποιητή να πας να τα ψαχουλεύεις και να τα φωτογραφίζεις… Τα είπαμε και χτες αυτά, μιλώντας για τον Παπαδιαμάντη και τη φωτογραφία του Νιρβάνα, για το Λιαντίνη και τις φωτογραφίες του σκελετού. Και για τη χυδαία περιέργεια και την ανακουφιστική χαιρεκακία (Γκέμμα, 152).
Δε ζήτησε αυτό το πράγμα ο Λιαντίνης από κανέναν. Να χώσει τη μύτη του σε σπηλιές, να τρέχει σε νεκροτομεία, να υφαρπάζει έγγραφα από τους ιατροδικαστές. Δε ζήτησε καν οπαδούς. Τραβάτε από δω και πέρα μονάχοι σας, επανέλαβε τα λόγια του Νίτσε. Να βρείτε τον εαυτό σας. Και με τα λόγια του Ιησού παράγγειλε να φορτωθούμε το δικό μας σταυρό, όχι το δικό του.
Και τι θα πει λοιπόν να μνημονεύουμε τους ποιητές;
Σίγουρα όχι επιμνημόσυνες δεήσεις και κεριά στους νεκρόλακκους. Αυτό το λέγει ξεκάθαρα στη Γκέμμα (124) ο Λιαντίνης. Και για τα κεριά και για τα δηνάρια. Αν κι εκεί δε μιλά για τους ποιητές μα για το κάθε άνθρωπο. Άλλο που μερικοί είδαν παρακάτω να μιλά για το κρασάκι και το θεώρησαν χρέος τους να οργανώνουν κρασοκατανύξεις στη Λιαντίνα και όχι μόνο. Ένα αυτό με το κρασάκι και ένα με το φούμο του Λιαντίνη (άλλη κοτσάνα περιωπής) και σε λίγο ο ιατρικός σύλλογος θα τον προτείνει ως παράδειγμα προς αποφυγή…
Πώς τότε; Πώς πρέπει να μνημονεύουμε τους ποιητές;
Ας αφήσουμε τον ίδιο το Λιαντίνη να μας πει τι ζητούν οι ίδιοι οι ποιητές:

“… ο Πλάτων και ο Όμηρος και ο Αισχύλος σ’ αυτή τους τη θεώρηση, και δεν υπάρχει άλλη να τους κοιτάξεις αν δε γελάς κι αν δε γελιέσαι, σου ζητούν πράγματα αληθινά και πολύ τίμια. Σου ζητούν να κηρύξεις τη ζωή σου σε συναγερμό επ’ άπειρον.

Αξιώνουν να κοντοπερπατείς ολοζωής στις πλαγιές του Βεζούβιου. Και θέλουν μέρα νύχτα να σφυρίζει στ’ αυτιά σου εκείνο το ξιφήρες “φύλακες γρηγορείτε!” Καθώς στέκεις φρουρός στη μεγάλη πύλη της πόλης. Ή στη μικρή.”

Τα Ελληνικά, σελ. 111

Είναι το φοβερό δίλεκτο του Αισχύλου, λέει ο Λιαντίνης, το θα μάθεις σαν πάθεις, είναι τρόπος ζωής, Modus vivendi.

Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Ο Λιαντίνης δεν είναι λόγια. Λόγια να διαβάζεις, λόγια να ακούς, λόγια ακόμη και να γράφεις. Είναι πράξη. Οι έλληνες, θα μας βροντοφωνάξει, δεν έγραψαν, οι έλληνες έζησαν.
Δεν είναι τυχαίο που όσοι δεν κατάλαβαν ότι ο Λιαντίνης είναι σχολή ζωής, εστίασαν στο θάνατο μονόπλευρα και ακόμη χειρότερα τον είδαν ως αυτόχειρα. Όλο τους το ενδιαφέρον στην αυτοκτονία του Λιαντίνη. Ούτε καν η προειδοποίησή του πως φιλοσοφία θανάτου είναι να μελετάς το δικό σου θάνατο, εσύ πώς θα πεθάνεις, κι όχι το θάνατο του άλλου, δεν τους ξύπνησε… Και δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν, να μπούνε μέσα στη σπηλιά του Λιαντίνη. Να ξαπλώσουν πάνω στην πέτρα που βρέθηκε ο σκελετός. Να νιώσουν!
Δεν είναι να τα γελάς όλα αυτά. Που δυστυχώς δεν είναι της φαντασίας μου. Έγιναν. Να κλαις είναι που τίποτα δεν κατάλαβαν από Λιαντίνη. Κι αν ένας λόγος είναι να ξενυχτάμε και να γράφουμε είναι η ακριβή κουβέντα του, πως πρέπει οι ενήλικες να κατανοήσουν το φιλάν αβουλιάν:

Την ψυχική μας στάση, που ο Αισχύλος ονόμασε

φιλάν αβουλιάν.

Αυτή τη γνώση θα την ενσταλάξει η αγωγή στους νέους, μόνο υπό τον όρο ότι θα επιβληθεί πρώτα στους ενήλικες σαν νέα κατανόηση.

Δ. Λιαντίνης, Homo Educandus, σελ. 21

Τι είναι το φιλάν αβουλιάν; Είναι η αφηρημένη μας άνεση, να μην καταλαβαίνουμε πως η ανάγκη έχει χαράξει στην ελευθερία μας μέτρα. Είναι η οντολογική απάτη και η ηθική υποκρισία μαζί. Είναι ο άρρωστος κόσμος που ζούμε, είναι το έγκλημα που πόναγε το Λιαντίνη τόσο που η λύπη του γι’ αυτό τον σκότωσε.
Μα αν η ίδια λύπη δε σε κατατρώει, πώς να το καταλάβεις ότι σκοτώνει; Πιάνεις τότε και μιλάς για αυτοκτονία Λιαντίνη! Ένας ο Θωμάς που δεν πίστευε στην Ανάσταση του Ιησού και ένας εσύ που αδυνατείς να πιστέψεις ότι η λύπη για το έγκλημα σε βάρος της αθώας νέας γενεάς μπορεί να σκοτώσει.
Παίζω με τις λέξεις; Φυσικά όχι. Και σας θυμίζω ότι ο άρτιος άνθρωπος όσο ζει πεθαίνει θανάτους πολλούς. (Νηφομανής, 14) Κι όταν έρθει χάρος δε βρίσκει τίποτε να πάρει:

Ο ποιητής δεν προετοιμάζει το θάνατό του με την σπατάλη της ζωής του, όπως συμβαίνει με τους πολλούς, αλλά πραγματοποιεί τη ζωή του με την σπατάλη του θανάτου του. Σαν τον μυθικό Ερυσίχθονα, τρέφεται με τις σάρκες του κι όταν σπαράξει και το τελευταίο κομμάτι τους, πεθαίνει. Ακριβώς την ώρα που ο θάνατος δεν βρίσκει τίποτα να του πάρει

Δ. Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού, σελ. 105

Πώς λοιπόν μπορείς να μιλάς για αυτοκτονία; Που ο ίδιος ο Λιαντίνης τέτοιο όρο δεν είπε για τον εαυτό του; Λες να δείλιασε; Λες να λάθεψε στη λέξη; Λες να του ξέφυγε, να το ξέχασε; Τι;

Να σου πω εγώ τι λες. Πως ποτέ σου δεν ένιωσες τα πυροβολεία τη μοναξιάς και της ερημίας.
Πώς να καταλάβεις και κουβέντες σαν αυτή:
“Ο τεχνίτης, μια και θέτει το έργο του πάνω απ’ όλα,

οφείλει να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του.”

Καβάφης
Πώς; Να το καταστρέψει; Το είπαμε ήδη. Το είπε ο Λιαντίνης. Με τα πυροβολεία της μοναξιάς και της ερημίας. Και τυχαία δε γράφει υπογραφή στο γράμμα του, το τελευταίο στο παιδί του, “Έζησα έρημος και ισχυρός”. Ούτε τυχαία οριοθετεί τη ζωή του ως μελέτη θανάτου.
Κι αξίζει εδώ να θυμηθούμε και τούτο που σημειώνει ο Λιαντίνης με αφορμή την προηγούμενη δήλωση του Καβάφη:
Ερωτώ: πόσοι ποιητές καταστρέψανε το άτομό τους χάριν του έργου τους; Ο ίδιος ο Σεφέρης τόλμησε να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του; Ο Σολωμός όμως, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης κατάστρεψαν το άτομό τους χάριν του έργου τους. Το ακαριαίον του Καρυωτάκη αυτοί το ζήσανε ολοζωής. Μπουκιά, μπουκιά, και στάλα στάλα τους κατάπιε η λύπη και ο θάνατος.
Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα, 240
Το ακαριαίο του Καρυωτάκη. Δεν το είχαν ανάγκη ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης. Αυτοί παλέψανε ολοζωής. Σταθήκανε ορθοί μια ολόκληρη ζωή μπροστά στα πυροβολεία της μοναξιάς και της ερημίας. Δίχως να λυγίσουν. Δε χρειάστηκαν να κολλήσουν στον κρόταφο μπιστόλι όπως ο αυτόχειρας της Πρέβεζας.
Κι ο Σεφέρης; Που ούτε το ακαριαίο του Καρυωτάκη ακολούθησε ούτε κατάστρεψε τον εαυτό του χάρη του έργου του; Από το Νηφομανή (76) το σχόλιο του Λιαντίνη:
[…] η αδερφή του Σεφέρη γράφει πως ο αδερφός της σώθηκε από την αυτοκτονία χάρη στη διέξοδο που βρήκε στην ποίηση.
Έχουμε την τέχνη για να μη μας συντρίψει η αλήθεια, που έλεγε ο Νίτσε. Και έτσι είχαν την τέχνη τους και οι παλιοί έλληνες. Ο Σεφέρης είναι νεοαρχαίος. Η τέχνη γίνεται γι’ αυτόν η διέξοδος. Μάλιστα ο Λιαντίνης θα πει και τούτο:
«Ο Σεφέρης, στην κύρια ροή πνευματικός νομοθέτης, στους παραπόταμους ποιητής.»
Τα Ελληνικά, σελ. 98
Ο Λιαντίνης τι ήταν; Ποιητής ή νομοθέτης; Και τι στην κύρια ροή και τι στους παραποτάμους;
Δεν ξέρω να το απαντήσω. Ας μιλήσουν άλλοι, πιο ειδικοί. Ξέρω μόνο ότι φεύγοντας ζήτησε να στεφανώσουν έναν ποιητή και έναν … νομοθέτη!
Δεν ξέρω επίσης να σου πω τι έκανε ο Λιαντίνης όταν τον άφησε ο ταξιτζής στο καταφύγιο του Ταϋγέτου. Ξέρω όμως τι έκανε ως τότε. Ξέρω τι έγραψε. Κι αυτά μου φτάνουν. Δεν τα χρειάζομαι τα μετά. Και σέβομαι την επιθυμία του να μείνουν αίνιγμα και δώρο.
Ξέρω επίσης ότι μέχρι στιγμής ουδείς κατάφερε να αποδείξει ότι ο Λιαντίνης αυτοκτόνησε. Έχουμε πιστοποιητικό θανάτου, όχι αιτία, όπως είπε και ο ιατροδικαστής που εξέτασε το σκελετό. Τονίζοντας μάλιστα – ο ιατροδικαστής – πως στην περίπτωση του Λιαντίνη δεν πρέπει να μιλάμε για αυτοκτονία!
Και ξέρω δυστυχώς και τούτο. Πως άρθρα σαν αυτό δεν ικανοποιούν όσους γεννήθηκαν τυμβωρύχοι. Λυπάμαι. Μα δεν τους συμμερίζομαι. Άλλη λύπη η δική μου, άλλη η δική τους.
Ξέρω τέλος και χαίρομαι που ξέρω στοιχεία που οι τυμβωρύχοι αγνοούν. Και που θα ήθελαν επιτέλους να ανοίξω το στόμα μου και να τα πω. Αμ δε. Αγαπώ πολύ το Δάσκαλό μου για να παραβιάσω τις επιθυμίες του. Αν ο Λιαντίνης ήθελε να μάθει ο κόσμος πως αυτοκτόνησε, θα το είχε φροντίσει. Δε θα δημιουργούσε αινίγματα. Γεννηθήτω λοιπόν το θέλημά του. Να είναι αίνιγμα ο τρόπος που χάθηκε και δώρο. Αφορμή να γράφουμε και να αναλύουμε το έργο του.
Μέχρι να γίνει κατανοητό σε όλους τι το σημαντικό άφησε στους ανθρώπους ο Λιαντίνης.
Τότε και θα δικαιωθεί ο θάνατός του.
Και θα λάβει εκδίκηση η λύπη που τον σκότωσε.
Εκείνη τη μέρα ένα μικρό παιδί θα τοποθετήσει κυκλάμινα στα πυροβολεία της μοναξιάς και της ερημίας του. Νεκράνθεμα και τροπαίολα για τη θυσία του.
Ως τότε, ώσπου η ώρα να σημάνει,
αφήστε να σωπαίνει το κανόνι.
Και στην ερημιά να φτεροκοπάει το αηδόνι.
Advertisements

Single Post Navigation

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: