Ποιητική Αλήθεια

"Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια"

Ένδεκα συν ένα ποιήματα του Φαίδρου Μπαρλά

Οἰ λεοπαρδάλεις

Τρυπώσαμε ὅλοι στὰ σπίτια μας ἔντρομοι
ὅταν φάνηκαν οἱ λεοπαρδάλεις στὴν πόλη.

Ἀγριεμμένες, διψασμένες γιὰ αἷμα, κοιτάζανε
μὲ μάτι θολὸ τὶς κατάκλειστες πόρτες –
μὴ ξεμυτίση κανένας, νὰ τὸν ξεσκίσουν.

Σιγὰ-σιγὰ ὅμως,
θέλεις τὸ κρέας –
πού κρεμότανε ἄφθονο στὰ τσιγκέλια
τῶν παρατημένων κρεοπωλείων
καὶ καταπράυνε τὴν ἀρχαία,
τὴν ἀχόρταγη πεῖνα τους –
θέλεις οἱ ὡραῖες λιακάδες τῆς πόλης μας –
πού τὶς χαιρόντουσαν, χουζουρεύοντας,
ξάπλα στὴ μέση τῶν ἔρημων δρόμων –,
οἱ λεοπαρδάλεις ἀρχίσανε,
ὅσο νάναι, νὰ ἡμερεύουν.

Ξεθαρρέψανε κάνας-δύο, τὶς πλησιάσανε,
τὶς ταΐσανε μὲ λιχουδιές, ποὺ φυλάγαν,
γιὰ τέτοιες ὧρες ἀνάγκης, στὸ σπίτι.
Οἱ λεοπαρδάλεις τὶς φάγανε –
γλείψαν καὶ τὸ μουσούδι τους,
τεντωθήκανε.

«Φανερό», εἶπε κάποιος,
«δὲν θὰ φᾶνε κ’ ἐμᾶς, ἅμα ξέρουν
πῶς θὰ τοὺς ρίχνουμε λιχουδιές.»
Ἔτσι, σὲ λίγο καιρό, ξεθαρρέψαμε ὅλοι
ἀνοίξαμε πόρτες καὶ παράθυρα διάπλατα,
κυκλοφορούσαμε στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες,
ἄνθρωποι καὶ λεοπαρδάλεις ἀνάκατα.
Ἀπ’ τὸ τομάρι πιὰ μόνο μᾶς ξεχώριζες.
Βέβαια, παραμερίζαμε μὲ σέβας στὸ διάβα τους,
τοὺς προσφέραμε τὰ καλύτερα κρέατα,
τὶς ἐκλεκτότερες ποικιλίες ἀλλαντικῶν,
δηλώναμε, φωναχτά, ὁ ἕνας στὸν ἄλλο,
πῶς ὡραιότερα ζῶα ἀπὸ αὐτά,
ποῦ ἡ παρουσία τοὺς τιμοῦσε τὴν πόλη μας,
δὲν εἴχαμε ξαναδῆ στὴ ζωή μας!.

Μερικοί, μία φορά, παραπαίρνοντας θάρρος,
καθὼς βλέπανε τὶς λεοπαρδάλεις νὰ μπαταλεύουν –
ἀπ’ τὸ πολὺ φαΐ ποὺ τοὺς ρίχναμε,
τὴ λιακάδα, τὴν ξάπλα καὶ τὸ χουζούρι –
φαντάστηκαν πὼς θάταν βολετὸ νὰ τὶς διώξουν.
Μὰ οἱ λεοπαρδάλεις τοὺς κάνανε χίλια κομμάτια,
πρὶν προλάβουν ν’ ἁπλώσουν χέρι ἀπάνω τους.

Ἀπὸ τότε, τὸ βάλαμε καλὰ στὸ μυαλό μας,
τὸ τυπώσαμε σ’ ὅλα τὰ βιβλία ζωολογίας,
τὸ ἀποστηθίζουμε κάθε μέρα σὰν προσευχή:
«Δὲν πειράζουν οἱ λεοπαρδάλεις,
ἂν δὲν τίς πειράξης
μὴν τὶς πειράζης,
γιὰ νὰ μὴ σέ πειράξουν.»
Ὅλοι πιά, πρόθυμα κ’ εὐσυνείδητα, τὶς ταΐζουμε,
πρόθυμα κ’ εὐσυνείδητά τους φέρνουμε λιχουδιὲς –
κι ὅσοι ἔχουνε χέρι ἁπαλὸ κι ἐπιδέξιο
τοὺς χαϊδεύουν τὴ ράχη ἢ τὸ μουσούδι.

Κ’ οἱ λεοπαρδάλεις – ποιὸς θὰ τὸ πίστευε; –
τρίβονται λιγωμένες ἀπάνω τους,
ἀφήνοντας μικρὰ μουγκρητὰ εὐχαρίστησης.
Αὐτὸς – καταλήξαμε- – εἶναι ὁ τρόπος
γιὰ ν’ ἀντιμετωπίζη κανεὶς τὶς λεοπαρδάλεις
καὶ τὸν μαθαίνουμε τώρα καὶ στὰ παιδιά μας,
γιὰ νὰ τὸν μάθουν κι αὐτὰ
στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους:
νὰ τὰ μάθουν ν’ ἀγαποῦν τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ σέβωνται τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ ταΐζουνε τὶς λεοπαρδάλεις,
ἀφοῦ γιὰ πάντα, ὅπως ξέρουμε, θάναι –
ἔξω ἀπὸ κακὸ ἢ ἀρρώστεια! –
οἱ λεοπαρδάλεις ἀφέντες στὴν πόλη μας.


Εν Έτει 2000

Όταν μεγάλωσε, έμαθε
πως ο πατέρας του
ήταν κι αυτός,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Η θεία του η Λιλή,
ο θείος του ο Μιχάλης,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Όλοι οι γνωστοί του μπαμπά,
όλες οι γνωστές της μαμάς,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο…
Τώρα, κάθε πρωί,
καθώς κατηφορίζει την οδό Πατησίων
κι αντικρύζει την καγκελλόπορτα
την κλεισμένη «εις μνήμην».
στριφογυρίζει στο νου του
η ίδια απορία:
«Πώς διάβολο χώρεσαν
όλοι αυτοί εδώ μέσα;…»


Μνημόσυνο γιά τόν Οὐάϊλντ

Εἶναι μὲς στοὺς νεκροὺς ὁ περισσότερο νεκρός·
κι ἀκόμα: ὁ πιὸ ἀσύγχρονος, ὁ πιὸ ξένος, ὁ πιό ἐχθρικός!
Ὑπῆρξε εὐφυής·
Καὶ ὁ δικός μας καιρὸς θεωρεῖ τὴν εὐφυῒα παράπτωμα.
Ὑπῆρξε εὐφραδὴς ·
κ’ ἡ ἐποχὴ μας βαριέται τὶς εὐφράδειες.
Ὑπῆρξε ἄπιστος καὶ σκεπτικιστής·
κ’ ἐμεῖς διαθέτουμε ἀποθέματα πίστεως
γιὰ λεγεῶνες ὁλόκληρες εἰδώλων!
Ὑπῆρξε ἀτομιστής·
κ’ ἐμεῖς πρεσβεύουμε ὅτι ἐκεῖνο πού προέχει εἶναι τὸ σύνολο.
Ὑπῆρξε ἐλεύθερος καὶ ἀπροκατάληπτος·
κ’ ἐμεῖς καῖμε λιβάνι καὶ θυσιάζουμε ζωὲς
στὸ Φανατισμὸ καὶ στὸ Δόγμα!
Ὑπῆρξε ἐπιτηδευμένος·
κ’ ἐμεῖς— μὲ πρωτοπόρο τὴν ἀμερικανικὴ νεολαία —
θεσπίσαμε τὴν ἁπλότητα !..
Ὑπῆρξε ἕνας «συγγραφεὺς παρακμῆς»
κ’ ἡ ἐποχή μας —
ἐποχὴ ἐσχάτης παρακμῆς —
ἀποστρέφεται τοὺς «συγγραφεῖς τῆς παρακμῆς»
καὶ ἀναζητεῖ «τὸ ἀδιαβλήτως πρωτόγονο ἔργο»,
ὅπως ἡ ντελικάτη ἐκφυλισμένη κυρία
ἀναζητεῖ «τὸν ἀδιαβλήτως πρωτόγονο ἄντρα»:
τὸν πυγμάχο ἢ τὸν τσοπάνη…
Συγγραφεὺς τῆς ἐποχῆς μας
εἶναι ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης!
Ζωγράφος της:
ὁ τσολιὰς Θεόφιλος Χατζημιχαήλ!..

Ἦταν ὁ τελευταῖος μίας ἐκλεκτῆς λεγεώνας…
Μίας λεγεώνας ἀπὸ ποιητές, πού τὸ ἔργο τους δὲν ἐστάθηκε
παρὰ ἡ ἀντανάκλαση τῆς ζωῆς τους-
μιᾶς ζωῆς ὅλης Ἔνταση, Ἔπαρση, Μεγαλεῖο, Μαρτύριο.
Ποιός, ἆρα γε, αὐριανὸς ἔφηβος ποιητὴς
θὰ ὀνειρευτῇ στὸν τάφο τοῦ Ἔλιοτ –
τοῦ γραφειοκράτη αὐτοῦ τῆς Ποιήσεως,
τοῦ ἀψόγου ἀστοῦ;..

Ποιὸν θὰ συνεπάρουν
Οἱ παραπομπὲς κ’ οἱ ὑποσημειώσεις του –
ἡ λατρεία του γιὰ τὸ καλῆς ποιότητος τυρί,
ἡ νοικοκυρεμμένη καὶ συμμορφωμένη ζωή του ;..

Δὲν μπορεῖ πιὰ κανεὶς νὰ παρομοιάσῃ
τοὺς ποιητὲς μὲ τοὺς ἄλμπατρος –
τοὺς πρίγκιπες αὐτοὺς τῶν νεφῶν
πού τὰ γιγάντια φτερά τους
τοὺς ἐμποδίζουν
νὰ περπατᾶνε…
Οἱ ποιητὲς τοῦ καιροῦ μας περπατᾶνε θαυμάσια,
χωρὶς νὰ τοὺς ἐμποδίζουν «τὰ γιγάντια φτερά τους»·
αὐτά, τ’ἀνοίγουνε μόνο στὸ σπίτι,
γιὰ νὰ γράψουν
-ὅποτε ἐπιτρέπουν
καὶ στὸ φυλακισμένο τους «ὑποσυνείδητο» νὰ βγῇ ἔξω
νὰ πάρῃ λίγον ἀέρα
καὶ νὰ πῇ στὸ χαρτὶ
ὅσα πράγματα δὲν εἶναι φρόνιμο
κανεὶς νὰ τὰ λέῃ στὸ δρόμο…
Ἄλλα δὲν εἶχαν πάντα οἱ ποιητὲς μιὰ τέτοια «σύνεση»…

Σήμερα, εἶναι μὲς στοὺς νεκροὺς ὁ περισσότερο νεκρός…
Δὲν ξέρω,
ἂν ζοῦσε ἀνάμεσά μας,
θὰ δυνάμωνε ἢ θὰ στέρευε ἡ εἰρωνεία στὰ χείλια του;
Δὲν ξέρω τί θὰ γινόταν
ἂν τὸν καταδικάζαμε νὰ πηγαίνῃ σ’ ἀμερικάνικα φίλμς
-ἢ νὰ παρακολουθῇ κομμουνιστικὲς διαδηλώσεις…
Ἀλλά μοῦ φαίνεται πὼς τὸν βλέπω –
μὲ τὸ ἀλαζονικὸ ἡλιοτρόπιο νὰ τοῦ σκιάζη τὸ πέτο,
μὲ τὴν ἀγέρωχη λάμψη τῆς Μεγαλοφυῒας στὸ βλέμμα —
νὰ σκάῃ σὲ μεγάλα,
σὲ τεράστια γέλοια !…


Τό τέρας

Το ἀγαθόν, τό γενναῖο, τό πανάσχημο Τέρας,
πού καθυβρίζεται μέ σκαιότητα στίς ταινίες τοῦ Χόλλυγουντ,
τό Τέρας ὅπου μεροληπτεῖ ἐναντίον του τό κοινόν,
τό Τέρας, «πού κερδίζει τάς μάχας
καί χάνει» – πάντα –«τόν πόλεμον»,
ἄ τό Τέρας, πῶς θάθελα νά τό σώζω,
ἐπεμβαίνοντας τήν τελευταίαν στιγμήν,
μέ ὁποιοδήποτε ὅπλον
–τό ξίφος, τήν σφενδόνην, τό δηλητήριον –
ἤ θρυμματίζοντας μέ ἕνα ρόπαλο
τόν φακό τοῦ ὀπερατέρ!..


L’amoureuse

Στεκόταν ἐκεῖ, εὐθυτενής και ἀγέρωχος, καταστόλιστος ὅλος με τα λαμπρά του παράσημα, ὁπότε τον ἐπλησίασε μία κοπέλλα…
Θα ἦτο, ὑπέθεσαν ὅλοι, μαθήτρια. Και τοῦτο, διότι φοροῦσε τήν γνωστή βαθυγάλαζη ποδιά, καί εἶχε στό στῆθος, κεντημένο λευκό, τόν ἀριθμό τοῦ Γυμνασίου ὅπου φοιτοῦσε…
Ἡ μαθήτρια ὑποκλίθηκεν μέ χάριν, καί ἔπειτα τόν ἐκοίταξε ἐρωτικά μές στά μάτια…
Στρατηγέ, τόν προσεφώνησε, μέ σιγανή γλυκειά φωνή, πού μόλις ἀκουγόταν…
Στρατηγέ, εἶσαι… προδότης!!!


Καί πάλι

Ὡραῖα ἦταν, λοιπόν, ἐδῶ κάτω΄
νὰ ξανάρθωμε κάποτε.

Ὡραία ζωή,
ὡραῖα πρωϊνὰ κι ἀπογεύματα, ὡραῖα κορίτσια.

Κύριε, σοῦ χαρίζω τὴν αἰωνιότητα
γιὰ μία ἀκόμη ζωὴ στὸν ἴδιο πλανήτη.

Δείξου γιὰ μία φορὰ γενναιόδωρος΄
ξαναγέμισε ξέχειλο τὸ ποτήρι μου
πού κοντεύει ν’ ἀδειάσῃ.


Η Άπιστος

Έχουν παρέλθει αμέτρητοι ενιαυτοί απο τότε που μέσα στο ίδιο αυτό ανάκτορον (το δικό μας πια τώρα) ο κόμης Ιαροσλάβ πρόφερεν υποκόφως την φράσιν: – Την αθλίαν! Κ’ έπειτα πάλιν και πάλιν: -Την αθλίαν! με συνεσφιγμένους οδόντας.

Ήτο ανήρ αισθημάτων βιαίων΄ σωματώδης΄ ευρύστερνος. Εβημάτιζεν εις την αίθουσαν επάνω και κάτω, εκτύπα τους κροτάφους του, ύψωνε τους γρόνθους προς την οροφήν και ερέκαζε: – Την αθλίαν!…

Ήδη αμέτρητοι ενιαυτοί έχουν παρέλθει, και ο κόμης Ιαροσλάβ είναι, καθώς λέγουν, νεκρός… Αλλ’ η αίθουσα ακόμη αντηχεί την οξείαν και διάτορον εκείνην, που επανελαμβάνετο, κραυγήν: – Την αθλίαν!…


Ἡ σκού­να

Φορτωμένη λε­μό­νια μυ­ρω­δᾶ­τα, ἐ­πλη­σί­α­ζεν εἰς τὸ λι­μά­νι ἡ σκού­να.
Ἐ­ξε­χώ­ρι­ζαν ἤ­δη εἰς τὸ λυ­κό­φως, κι­νού­με­ναι ἐ­πὶ τοῦ κα­τα­στρώ­μα­τος, οἱ μορ­φὲς τῶν ναυ­τῶν.
Ἐ­κεῖ­νος τοὺς ἐ­πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κός. Μό­νον ἡ χαι­ρέ­κα­κος λάμ­ψις εἰς τὸ βλέμ­μα του ἐ­πρό­δι­δε τοὺς κα­τα­χθο­νί­ους σκο­πούς του.
Ὅ­ταν ἡ σκού­να ἔ­φθα­σε πλέ­ον εἰς ὀ­λί­γων μέ­τρων ἀ­πό­στα­σιν, ἐ­πή­δη­σεν ὄρ­θιος, ἔ­κα­με τὰ χέ­ρια χω­νὶ μπρὸς στὸ στό­μα του καὶ τοὺς φώ­να­ξε:
— Q­u­id a­p­p­o­r­t­a­t­is, n­a­u­t­ae?
Ἀλ­λ’ οἱ ναῦ­ται δὲν ἐ­τα­ρά­χθη­σαν:
— A­p­p­o­r­t­a­m­us c­i­t­r­o­n­es!
Ἀ­πε­κρί­θη­σαν ἐν χο­ρῷ.


Σαν λιοντάρια

Σαν λιοντάρια
Εφτά χρόνια τους πολεμούσαμε.
Μέρα και νύχτα – Νύχτα και μέρα,
εφτά χρόνια τους πολεμούσαμε
Μόνο που εκείνοι που εναντίων τους πολεμούσαμε
δεν το είχανε καταλάβει πως πολεμούσαμε
Τέτοια ζώα που ήτανε,
Πως να το καταλάβουν


Ποιήματα Τελευταία και επιθανάτια

Τα επικειμενα

Επίκυνται ώρες οδυνηρές,
αναπότρεπτα γεγονότα που πλησιάζουν
με γοργό και ευκρινέστατο βήμα
Όμως προς το παρόν λάμπει ο Ήλιος
ενός θεσπέσιου Σεπτεμβρίου,
τον διαδέχονται διαυγείς συννεφιές
Ημέρες και νύχτες μακάριες
Ατάραχοι λοιπόν ας αφήσουμε
τα επικείμενα
να επίκεινται.


Μία Γυναίκα
Όλη μέρα φορούσε τη ρόμπα της
και έκανε διάφορες δουλειές του σπιτιού
Όμως σαν ήρθε ο καιρός να πεθάνει,
προσευχήθηκε με θέρμη στο Θεό
Να φορέσει ακόμη λίγο τη ρόμπα της
Να κάνει ακόμη λίγες δουλειές του σπιτιού


Αύριο

Τι ωραία φράση
“Αύριο που θα έχομε καιρό”
Αύριο που θα έχομε καιρό,
να τον ξοδέψομε σε έργα χαρμόσινα
Ελαφρά φρικίαση φέρνει
ηδονικής προσδοκίας στο σώμα
και πόσο πιο ωραία η φράση
αν αναλογιστείς πόσο λίγο
πόσο, γένει, φοβερά λίγο
καιρό έχομε

 


Ο Φαίδρος Μπαρλάς, γιος του Τάκη Μπαρλά, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία, το δοκίμιο, την κριτική και το χρονογράφημα. Πέθανε στην Αθήνα το 1975 από καρκίνο των πνευμόνων, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα του. Είναι ξεχασμένος απ΄όλους. Μόνο το φιλαράκι του ο Ρένος Αποστολίδης τον θυμήθηκε και επιμελήθηκε τα “Απαντά” του για να εκδοθούν από την Εστία.

Advertisements

Single Post Navigation

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: