Ποιητική Αλήθεια

"Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια"

Ἀρχεῖο γιὰ τὸν μῆνα “Ἀπριλίου, 2012”

Έλενα Φαλίδα – Όλα μισά…

Επέλεξες στην τελευταία μου εικόνα από εσένα
τα βήματά σου να κοιτώ να χάνονται στον δρόμο.

Σχεδόν σκυφτός,στο λίγο φως,με προσπερνούσες.
Το ένα σου πόδι πιο μπροστά,να περπατάει σίγουρο
και τ’άλλο να ακολουθεί διστακτικό και όχι.

Το πρόσωπό σου να το δω αδυνατούσα,μα
μπορώ να φανταστώ το πύρινό σου βλέμμα,
-το είχα ξαναδεί-
στα χείλη το χαμόγελο σβησμένο
και στην καρδιά η αιώνια πάλη..
..Να μείνω ή να φύγω; ..

Όλα τα λόγια σου πιο πριν μακριά σε παίρναν,
μα τι είναι αυτό που τον βηματισμό σου επιβραδύνει;

Νόμισα λίγο στην αρχή πως απ’ αγάπη είναι,
από μετάνοια κι ενοχή που μας προδίδεις.
Τώρα το σκέφτομαι ξανά και έχω καταλήξει
πως είχες κάποιον δισταγμό,κάποια αμφιβολία,
μη κάποια σκέψη σου πικρή είχες ξεχάσει,
κι ο φόβος πόνο να χρωστάς σ’αργοπορούσε..

Σκοτάδι πια..το λίγο φως το σβήνω.
Θέλω μονάχα οι λέξεις μου τώρα να σε φωτίζουν.
Κοιτάζοντας από μακριά το σώμα που αγάπησα,
αυτό που θα με στήριζε σε κάθε συγκυρία,
επιλέγω και σου χαρίζω τη δική μου τελευταία εικόνα.

Στ’ άκουσμα της φωνής μου που καλεί τ’ όνομά σου
μισογυρνάς.
Σ’αγαπώ,
σου λέω..και χάνομαι απ’το μισό εκείνο πλαίσιο
του μυαλού σου,
της εικόνας σου
και της ζωής σου
για πάντα.

Advertisements

Δ. Λιαντίνης – Κάμινος


Ἀχρονολόγητο καιρό
πελεκᾶς τό ἄγαλμα τῆς ἀπορίας σου
στέκοντας ἀνάμεσα στό ναί καί τό ὄχι
πού σέ κυκλώνουν
ὡσάν τά πετρωμένα σαγόνια τῶν Συμπληγάδων.
Κουβαλᾶς μαραγκιασμένο καί στυφό
τό δερμάτι τοῦ ἑαυτοῦ σου
ὡσάν τό σκιάχτρο τοῦ Γιούδα
πού τό περιπαίζει ὁ γδικιωμός τῶν παιδιῶν.
Μέ τήν μαθητεία σου στούς ἰριδισμούς τῶν ὑδάτων
συντηρεῖς τίς συστοιχίες τῶν πλατανιῶν.
Ἡ δίψα σου πλουτίζει
τά παράφορα πυροβολεῖα τοῦ ἥλιου
καθώς τά κλάματα τῶν ἀλαφιῶν αὐγατίζουν τίς πηγές.
Χαρίζοντας τήν ἰαχή τοῦ τροπαιοφόρου
στήν νηφάλιαν ἀγρυπνία τῶν ἐκτάσεων
θά γύρεις μέ τό γύρισμα τῶν ὡρῶν
ὅταν ἡ ἄσπρη βιάση τῶν περιστεριῶν
λαϊμίσει μέσα
στην τρανή συλλογή τῶν κυπαρίσσων.
Πέρα ἀπό τόν χείμαρο μέ τους κέδρους
δειλιάζει τό κουράγιο τῆς μέρας.

(ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, σελ. 85)

Ζωή Καρέλλη – Ατομισμός

Ατομισμός

Κάποιαν ημέρα εννοούμε
πως το απόθεμα της αισιοδοξίας
ετελείωσε, τελείωσαν τα εφόδια.
Θα μείνουμε, θα διπλωθούμε, θα καθίσουμε
Δεν περιμένουμε καμίαν ανάγκη,
στέρεψαν όλες οι πηγές της γης,
στον ουρανό δε φαίνεται άγγελος κανείς,
σκιά ελπίδας, φαντασία του μέλλοντος,
να ρίξει καταγής το σώμα μας,
σημείο υποταγής.

Θα μείνουμε λοιπόν στο δρόμο αυτό,
σπίτι δεν είχαμε ποτέ εμείς;
Να ξύνουμε αθεράπευτες πηγές θα μείνουμε
μ’ αυτές να πορευτούμε, να παρηγορηθούμε,
γιατί τις βλέπουμε άσχημες, ανοιχτές;

Εμείς δεν περιμένουμε παιδιά
απ’ τις πολλές γυναίκες μας.
Εμείς δεν περιμένουμε ξανά τα περασμένα
πλούτη δεν θυμούμαστε,
για να ευλογούμε με αναμνήσεις.

Πρέπει να σηκωθούμε όρθιοι,
μας απομένει μόνο πως ορθωμένοι
πρέπει να μάθουμε τον θάνατο;

Τα όνειρα δε στέκονται στα μάτια μας,
ούτε οράματα μας πυρπολούν την όραση,
για να μη βλέπουμε τον εαυτό μας.

Από τη συλλογή Πορεία (1940) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955)[Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Ζωή Καρέλλη

Έντγκαρ Λη Μάστερς – Νόουντ Χοχαϊμέρ

Ήμουν από τους πρώτους καρπούς της μάχης του Μίσιονερυ Ριτζ.
Όταν ένιωσα το βόλι να τρυπάει την καρδιά μου
Λαχτάρησα να βρισκόμουν σπίτι μου και να πήγαινα φυλακή
Επειδής είχα κλέψει τα γουρούνια του Κερλ Τρενάρυ
Παρά που το΄σκασα και πήγα στρατιώτης.
Χίλιες φορές καλύτερα σ’ επαρχιακή φυλακή,
Παρά να πλαγιάζεις κάτω απ’ τη φτερωτή αυτή μαρμάρινη μορφή
Κι από το γρανιτένιο ετούτο βάθρο
Που είχε τις λέξεις  «Pro Patria».
Τί σημασία έχουν όλα αυτά, τέλος πάντων;

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Κλείτος Κύρου 

Χρήστος Καριώτης – Ανεξίτηλη…


Σ’ ένοιωθα μέσα στις φλέβες μου…
να σκίζεις το δέρμα μου
να προσπαθείς να φωνάξεις

Έγραψα δυο στίχους και ελευθερώθηκες…
και τώρα δεν σβήνουν
Αλήθεια… σβήνει το αίμα;

Χρήστος Καριώτης.

Επιστολή του Γιάννη Ρίτσου στον Πάμπλο Νερούδα

Ο Ρένος Αποστολίδης διαβάζει Δημοτική ποίηση

“Τ’αντρειωμένου τ’άρματα” Ακούστε ΕΔΩ

“Ο Τσαμαδός και ο γιος του” Ακούστε ΕΔΩ

“Καλογριά” Ακούστε ΕΔΩ

“Της Άρτας το Γιοφύρι” Ακούστε ΕΔΩ

“Του Νεκρού Αδερφού” Ακούστε ΕΔΩ

***

Τ’ αντρειωμένου τάρματα
δεν πρέπει να πουλιώνται,
μον’ πρέπει τους στην εκκλησιά,
και κει να λειτουργιώνται

Πρέπει να κρέμουντ’ αψιλά
σ’αραχνιασμένο πύργο,
να τρώει ‘σκουριά το σίδερο
κι’ γης τον αντρειωμένο

***

Μες στ’ άη Γιωργιού τους πλάτανους γένονταν πανηγύρι,
το πανηγύρι ήταν πολύ κι ο τόπος ήταν λίγος,
δώδεκα δίπλες ο χορός, κι εξηνταδυό τραπέζια,
και χίλια ψένονται σφαχτά σ’ όλο το πανηγύρι.
Κι οι γέροντες παρακαλούν, τάζουν στον άη Γιώργη,
ο Τσαμαδός να μην ερθεί – χαλάει το πανηγύρι.

Ακόμα ο λόγος έστεκε κι ο Τσαμαδός εφάνη,
που ροβολάει οχ το βουνό κατά το πανηγύρι.
Πατεί και σειέται το βουνό, κράζει κι αχάν οι λόγγοι,
κι εκράταγε στον ώμο του δέντρο ξεριζωμένο,
κι απάνου στα κλωνάρια του θεριά είχε κρεμασμένα.
– Ώρα καλή σας, γέροντες,
— Καλό στο παληκάρι.
– Ποιός έχει αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια,
για να’βγει να παλέψουμε στο μαρμαρένιο αλώνι;
Κανείς δεν αποκρίθηκεν απ’ τους πανηγυριώτες,
της χήρας γιός εφώναξε, της χήρας ο αντρειωμένος.
– Εγώ ‘χω αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια,

για να’βγω να παλέψουμε στο μαρμαρένιο αλώνι.

Βγαίνουν κι οι δυό με τα σπαθιά και πάνε να παλέψουν.
Εκεί που επάτειε ο Τσαμαδός εβούλιαζε τ’ αλώνι.
κι εκεί που επάτειε το παιδί εβούλιαζε κι εβύθα.
Εκεί που βάρειε ο Τσαμαδός το γαίμα πάει ποτάμι,
κι εκεί που χτύπαε το παιδί, τα κόκκαλα τσακίζει.
–Κοντοκαρτέρει, βρε παιδί, κάτι να σε ρωτήσω
ποιά σκύλα μάνα σ’ έκαμε, κι ο κύρης σου ποιός ήταν;
– Η μάνα μου όταν χήρεψε δε μ’ είχε γεννημένον,
κι όμοιασα του πατέρα μου και θα τον απεράσω.
Απο το χέρι τον αρπά στης μάνας του να πάνε.
Απο μακριά τούσε θωρεί κι ετοίμασε τραπέζι.
Κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν η χήρα τους κερνούσε,
κρασί κερνάει τον Τσαμαδό, φαρμάκι το παιδί της.

***

Καλογριά έχ’ ο καλογριά έχ’ όμορφον υγιόν
όμορφο παλικάρι
τον ‘εζηλεύ’ η γειτονιά
τον εζηλεύ’ η χώρα.
Τον εζηλεύ’ κι’ μάνα του
άντρα για να τον επάρει
δεν έχει πως να του το πει
πως να τ’ομολοήσει
έλα παιδί μ’ να παίξουμε
της νύχτας τα παιχνίδια

***

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
“Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.”
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
“Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.”

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
“Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.”

Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
“Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
“Το δαχτυλίδι το ‘πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιός να μπει, και ποιός να βγει, το δαχτυλίδι νά ‘βρει;”
“Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ’ το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά ‘βρω.”
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
“Τράβα, καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα.”

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
“Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια ‘χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.”

“Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο ‘χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.”
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
“Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

***

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
– Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
– Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
το τάξιμο που μου ‘ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
– Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω.
– Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
– Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
– Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
– Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
– Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
– Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αί-Γιάννη,
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
– Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.
– Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;
– Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
– Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
– Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;
– Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

Ρένος Αποστολίδης – Μόλιστα

[…] Μόλιστα,
αν ήσουν η πατρίδα μου,
η δικιά μου η πόλη,
θα διάβαζες στα μάτια μου,
κι η βρύση δε θα σιγομουρμούριζε
τόσο λυπητερά.
Μόλιστα , Μόλιστα,
γωνιά κατοικημένη με το σλαβικό όνομα
ακραία της ερημιάς μου.
Κι όμως
ο ξένος σε αγαπούσε
εκείνο το πρωϊνό.

Ρένος Αποστολίδης , Ποιητικά γράμματα 1949

Δύο ποιήματα του Giacomo Leopardi

Στο γένος το δικό μας η μοίρα χάρισε μόνο τον θάνατο.
Τον εαυτό σου πλέον περιφρόνησε, τη φύση επίσης,
εκείνη την κακούργα δύναμη που στα κρυφά κυριαρχεί…

Giacomo Leopardi (1798-1837)

Τζιάκομο Λεοπάρντι

(από τα Canti)

Τώρα θα ξαποστάσεις μια για πάντα,
κουρασμένη μου καρδιά. Χάθηκε η μεγάλη πλάνη
που εγώ τη νόμισα αιώνια. Χάθηκε· και το νιώθω πια καλά
πως μέσα μας για αγαπημένες πλάνες
δεν έσβησε η ελπίδα, μα η αποθυμιά.
Για πάντα τώρα στάσου. Χτύπησες αρκετά.
Σε τίποτα δεν ωφελεί η κίνησή σου
ούτε η γη τους στεναγμούς σου αξίζει.
Πίκρα και πλήξη είν’η ζωή και τίποτε άλλο.
Ο κόσμος είναι λάσπη.
Ησύχασε λοιπόν. Για τελευταία φορά απελπίσου.
Στο γένος το δικό μας η μοίρα χάρισε μόνο τον θάνατο.
Τον εαυτό σου πλέον περιφρόνησε, τη φύση επίσης,
εκείνη την κακούργα δύναμη που στα κρυφά κυριαρχεί
βλάπτοντας τον καθένα,
μαζί της περιφρόνησε και την απέραντη των πάντων ματαιότητα

(μετάφραση Λητώ Σεϊζάνη)

Το τραγούδι του κοριτσιού

Τραγούδι επίμονο, μικρής κοπέλας
Έρχεσαι από κλειστό δωμάτιο και πλανιέσαι
Στους ήσυχους δρόμους – γιατί μου ακούγεσαι
Τόσο θλιμμένο; Γιατί μου σφίγγεις τόσο την καρδιά
Και φέρνεις δάκρυα στα μάτια;
Είσαι όμως πρόσχαρο, μια γιορτινή φωνή
Για την ελπίδα. Κάθε σου νότα αντηχεί αναμονή.
Ας είσαι χαρωπό, στ’ αυτιά μου μοιάζεις θρήνος
Κι ο οίκτος τρυπάει την ψυχή μου.
Και μόνο η ιδέα της ελπίδας
Φέρνει πόνο
Σ’ αυτόν που καλά τη γνωρίζει.

Πηγή

Δέκα ποιήματα του Ζακ Πρεβέρ

Η ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ

Νηστική χαμένη παγωμένη
Ολομόναχη άφραγκη
Μια κοπέλα δεκάξι χρόνων
Ακίνητη όρθια
Πλατεία Ομονοίας
Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου.

٭

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Πήγα στην αγορά με τα πουλιά
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για σένα
αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους
Και σ’ έψαξα
Αλλά δε σε βρήκα
αγάπη μου

٭

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.

٭

ΠΡΩΙΝΟ ΓΕΥΜΑ

Έβαλε τον καφέ
Στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Στο φλιτζάνι με τον καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
Γύρισε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Και ξανάφησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Έβαλε
Το καπέλο του στο κεφάλι του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Μέσα στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Και ’γω πήρα
Το κεφάλι μου μέσα στα χέρια
Κι έκλαψα.

٭

ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

٭

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Λευκά σεντόνια μέσα σε μια ντουλάπα
Κόκκινα σεντόνια πάνω σ’ ένα κρεβάτι
Ένα παιδί μέσα στη μάνα του
Η μάνα του μέσα στις ωδίνες
Ο πατέρας μέσα στο διάδρομο
Ο διάδρομος μέσα στο σπίτι
Το σπίτι μέσα στην πόλη
Η πόλη μέσα στη νύχτα
Ο θάνατος μέσα σε μια κραυγή
Και το παιδί μέσα στη ζωή.

٭

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ

Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Η πόρτα που κάποιος ξανάκλεισε
Η καρέκλα που κάποιος κάθισε
Ο γάτος που κάποιος χάιδεψε
Το φρούτο που κάποιος δάγκωσε
Το γράμμα που κάποιος διάβασε
Η καρέκλα που κάποιος έριξε
Η πόρτα που κάποιος άνοιξε
Ο δρόμος που κάποιος ακόμα τρέχει
Το δάσος που κάποιος διασχίζει
Το ποτάμι που κάποιος ρίχνεται
Το νοσοκομείο που κάποιος πέθανε.

٭

PARIS AT NIGHT

Τρία σπίρτα αναμμένα ένα ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω ολόκληρο το πρόσωπό σου
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τρίτο για να δω το στόμα σου
Κι ολόκληρη η σκοτεινιά για να μου θυμίζει όλο αυτό
Σφίγγοντάς σε στην αγκαλιά μου.

٭

ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή
Χαρούμενη ευτυχισμένη μουσκεμένη
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Και σε συνάντησα στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσένα που δεν σε ήξερα
Εσύ που δεν με ήξερες
Θυμήσου
Θυμήσου εκείνη την ημέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από ένα πρόθυρο
Και φώναξε το όνομά σου
Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς το μέρος του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη ευτυχισμένη χαρούμενη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου τό Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις αν σου μιλάω στον ενικό
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπώ
Ακόμα κι αν δεν τους έχω δει παρά μια μόνη φορά
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτήν την ήρεμη κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Πάνω σ’ αυτήν την ευτυχισμένη πόλη
Αυτήν τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω απ’ τον ναύσταθμο
Πάνω απ’ το πλοίο τ’ Ουεσάν[1]
Ω Μπαρμπαρά
Τι σαχλαμάρα ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Μέσα σ’ αυτή τη βροχή σίδερου
Φωτιάς ατσαλιού και αίματος
Κι αυτός που σ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Μήπως είναι νεκρός εξαφανισμένος ή ακόμα ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Όπως έβρεχε πριν
Αλλά δεν είναι το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια πένθιμη βροχή τρομερή και λυπητερή
Δεν είναι πια η καταιγίδα
Φωτιάς ατσαλιού αίματος
Απλών νεφελωμάτων
Που ψοφάνε σαν τα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα νερά της Βρέστης
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ΄ τη Βρέστη
Που απ’ αυτήν δεν μένει πια τίποτα.

[1] Ουεσάν, βραχώδης νήσος βορειοδυτικά της Βρέστης, το δυτικότερο σημείο της Γαλλίας. Εκεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ναύσταθμος, όπου τα γερμανικά στρατεύματα κατασκεύαζαν τα πλοία τους.

٭

ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΡΟΥΖΕΛ

Πλατεία Καρουζέλ
προς το τέλος μιας ωραίας καλοκαιρινής ημέρας
το αίμα ενός αλόγου
χτυπημένου και ξεζεμένου
έτρεχε
στο πλακόστρωτο
Και το άλογο ήταν εκεί
όρθιο
ακίνητο
στα τρία πόδια
Και το άλλο πόδι πληγωμένο
πληγωμένο και ξεριζωμένο
κρεμόταν
Δίπλα ακριβώς
όρθιος
ακίνητος
βρισκόταν ο αμαξάς
και μετά το αμάξι επίσης ακίνητο
άχρηστο όπως ένα σπασμένο ρολόι
Και το άλογο σώπαινε
το άλογο δεν παραπονιόταν
το άλογο δεν χλιμίντριζε
ήταν εκεί
περίμενε
κι ήταν τόσο όμορφο τόσο θλιμμένο τόσο απλό
και τόσο λογικό
που δεν ήταν δυνατόν να συγκρατήσει τα δάκρυά του

Ω
χαμένοι κήποι
ξεχασμένες κρήνες
ηλιόλουστα λιβάδια
ω πόνε
λαμπρότητα και μυστήριο της εναντιότητας
αίμα και φέγγη
χτυπημένη ομορφιά
Αδελφοσύνη.

Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια:
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ 
[Αναδημοσίευση από τα Τετράμηνα, τχ. 76-81, Άνοιξη 2007, σ. 5947-5956]

Ο Γάλλος ποιητής και σεναριογράφος Ζακ Πρεβέρ (Jacques Prévert) γεννήθηκε στο Νεϊγύ-συρ-Σεν το 1900 και πέθανε στην Ομονβίλ-λα-Πτιτ το 1977. Κατά την περίοδο 1925-1929 εισχωρεί στον υπερρεαλιστικό κύκλο, αναπτύσσοντας φιλία με τους υπερρεαλιστές Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν, Ρομπέρ Ντεσνός και Υβ Τανγκύ. Από τον υπερρεαλισμό ο Πρεβέρ θα κρατήσει μόνο τα στοιχεία εκείνα, που σε συνδυασμό με τη ρομαντική του διάθεση, θα του επιτρέψουν να σκιαγραφήσει τον ποιητικό ρεαλισμό της εποχής του, προσπαθώντας συγχρόνως να ανανεώσει την προφορική λαϊκή ποίηση της Γαλλίας. Την περίοδο 1932-1936 συνεργάστηκε στα θεατρικά δρώμενα μιας ομάδας πολιτικά στρατευμένων συγγραφέων, ονομαζόμενης «Οκτώβρης». Ακολούθως έγραψε σενάρια και διαλόγους για γνωστές ταινίες του γαλλικού κινηματογράφου, όπως Το έγκλημα του κυρίου Λανζ (Le crime de M. Lange, 1935) του Ζαν Ρενουάρ, Γελοίο δράμα (Drôle de drame, 1937), Το λιμάνι των αποκλήρων (Quai des brumes, 1938), Ξημερώνει (Le jour se lève, 1939), Οι επισκέπτες της νύχτας (Les visiteurs du soir, 1942), Τα παιδιά του Παραδείσου (Les enfants du paradis, 1944) και Οι πόρτες της νύχτας (Les portes de la nuit, 1946) του Μαρσέλ Καρνέ. Το 1946 κυκλοφορούν δύο ποιητικές συλλογές του, πρώτα οι Κουβέντες (Paroles) και στη συνέχεια οι Ιστορίες(Histoires). Ακολουθούν οι συλλογές Θέαμα (Spectacle, 1951), Μεγάλος χορός της Άνοιξης (Grand bal du printemps, 1951), Η βροχή και η καλοκαιρία (La pluie et le beau temps, 1955), Κυκεώνας (Fatras, 1966, εικονογραφημένη με κολάζ του ίδιου του Πρεβέρ),Ιστορίες και άλλες ιστορίες (Histoires et d’autres histoires, 1963), Πράγματα και άλλα (Choses et autres, 1972), Εβδομαδιαία(Hebdomadaires, 1972) και Νυχτερινός ήλιος (Soleil de nuit, 1980, μετά θάνατον). Παράλληλα, πολλά ποιήματα του Πρεβέρ, όπως η «Μπαρμπαρά», μελοποιήθηκαν από τον συνθέτη Ζοζέφ Κοσμά, ερμηνεύτηκαν από γνωστούς καλλιτέχνες, όπως ο Υβ Μοντάν και η Ζυλιέτ Γκρεκό και αγαπήθηκαν από το διεθνές κοινό.

Η ποίηση του Ζακ Πρεβέρ διαμορφώνεται από την μποέμικη, άθεη, αντικληρικαλιστική και αναρχική στάση του για τη ζωή, καθώς επίσης και από το πηγαίο χιούμορ, την έντονη ειρωνεία και τον ανθρωπισμό του. Στα ποιήματά του ο Πρεβέρ καταδικάζει τον πόλεμο, την υποκρισία και την εκμετάλλευση. Ταυτόχρονα όμως, γίνεται τροβαδούρος του έρωτα, υμνεί την ειρήνη και συντάσσεται με τους απλούς λαϊκούς ανθρώπους. Ο παράγοντας που χαρακτηρίζει περισσότερο τα ποιήματά του είναι η καθημερινή ζωή, κάτι που υπογραμμίζεται και από τους ενδεικτικά καθημερινούς τίτλους των συλλογών του: ΚουβέντεςΙστορίεςΠράγματα και άλλα. Γι’ αυτό και η ποίηση του Πρεβέρ αποτελεί ύμνο στην καθημερινότητα που εκτυλίσσεται πότε σε μια πλατεία («Η Ωραία Εποχή», «Πλατεία Καρουζέλ») ή στον δρόμο («Μπαρμπαρά») και πότε σε ένα σπίτι μέσα στην μεγάλη πόλη («Πρώτη Μέρα»), στο νοσοκομείο («Το Μήνυμα») ή στο κοιμητήριο («Οικογενειακό»). Το γεγονός, όμως, ότι η ποίησή του είναι ποίηση της καθημερινότητας δε σημαίνει ότι πρόκειται για μια γραφή απλοϊκή. Αντιθέτως, η ανάλυση των ποιημάτων του Πρεβέρ αναδεικνύει πλούσια στιλιστική οργάνωση που έγκειται στα λογοπαίγνια, στις γρήγορα εναλλασσόμενες οπτικοακουστικές εικόνες, στις συνεχείς επαναλήψεις και στην έλλειψη σημείων στίξης. Στην αυτόματη γραφή του Πρεβέρ, η έντονη εικονοκλασία εκφράζεται με μεθόδους κινηματογραφικής φύσεως, όπως το φλας μπακ, ενώ ο πεζός λόγος μπερδεύεται μέσα στον ποιητικό και ο ελεύθερος στίχος εναλλάσσεται με τον ομοιοκατάληκτο.

Τα ποιήματα που ακολουθούν είναι όλα από την ποιητική συλλογή Κουβέντες (Paroles, εκδ. 1946) και δεν ανήκουν στα θυμωμένα αναρχικά ποιήματα του Πρεβέρ ούτε έχουν πολεμική διάθεση. Τουναντίον, καταγγέλλουν την αδικία με τρυφερότητα («Για Σένα αγάπη μου»), χαιρετίζουν τους εφήβους («Η Ωραία Εποχή»), τα παιδιά («Πρώτη Μέρα») και τους ερωτευμένους («Κινούμενες Άμμοι», «Μπαρμπαρά»), συμπαραστέκονται στους πληγωμένους («Πρωινό Γεύμα», «Η Ωραία Εποχή») και τραγουδούν την αγάπη («Paris at Night») και την ειρήνη («Οικογενειακό», «Μπαρμπαρά»).

πηγή

Περιήγηση ἄρθρων