Ποιητική Αλήθεια

"Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια"

Ἀρχεῖο γιὰ τὸν μῆνα “Μαΐου, 2012”

Ναζίμ Χικμέτ – Η ζωή δεν είναι έν’ αστείο

image

 

Η Ζωή δεν είναι έν’ αστείο

Να την παίρνεις στα σοβαρά

Μα τόσο σοβαρά, που ακόμα

Κι αν σε στήσουν στον τοίχο

Να πεθαίνεις για να ζήσουν οι άνθρωποι

Οι άνθρωποι που δεν πρόκειται

Να γνωρίσεις τη μορφή τους.

Και να πεθαίνεις γνωρίζοντας,

Ότι τίποτε δεν υπάρχει πιό όμορφο

Και πιο αληθινό από τη ζωή.


Να παίρνεις τη ζωή στα σοβαρά.

Τόσο σοβαρά, που ακόμα

Και στα εβδομήντα σου χρόνια,

Να φυτεύεις στο κάμπο Ελιές.

Όχι για να μείνουν στα παιδιά σου,

Αλλά γιατί δεν θα πιστεύεις το θάνατο,

Παρόλο που τον φοβάσαι


Και η ζωή έτσι, θα ζυγίζει

πιο πολύ στη ζυγαριά.

 

Ναζίμ Χικμέτ

(Ζωή)

Trad. Lunapiena

Advertisements

Φερνάντο Πεσσόα – Το καπνοπωλείο

Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα’ μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.
Παράθυρα της κάμαράς μου,
Μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιά είναι,
(Κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν?),
που βλέπει στο μύστηριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
Με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του τίποτα.
Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νέυρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.
Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.
Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα. Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα?
Πώς να ξέρω ποιός θα γίνω, εγώ που δεν γνωρίζω ποιός είμαι?
Να γίνω αυτός που πιστεύω πως είμαι? Αλλά πιστεύω τόσα πράγματα!
Κι υπάρχουν τόσοι που νομίζουν πως είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα – δεν γίνεται!
Ιδιοφυής? Αυτή τη στιγμή,
Εκατό χιλιάδες εγκέφαλοι ονειρεύονται πως είναι ιδιοφυείς, όπως κι εγώ,
Κι η ιστορία δεν θα καταγράψει, ποιός ξέρει?, ούτε έναν,
και τίποτα παρά κοπριά δεν θα απομείνει από τις μελλοντικές τους επιτυχίες.
Όχι, δεν πιστεύω σ’ εμένα.
Σε κάθε τρελοκομείο, υπάρχουν διαταραγμένοι τρελοί με τόσες πολλές βεβαιότητες!
Εγώ, που δεν έχω καμία βεβαιότητα, είμαι περισσότερο ή λιγότερο εχέφρων?
Όχι, ούτε καν σ’ εμένα.
Σε πόσες σοφίτες και μη-σοφίτες στον κόσμο,
δεν υπάρχουν αιθεροβάμονες της ευφυίας?
Πόσες εμπνεύσεις υψηλές και ευγενείς και διαυγείς –
– ναι, αληθινά υψηλές, ευγενείς και διαυγείς –
Και, ποιός ξέρει, ίσως εφικτές,
δεν θα αντικρίσουν ποτέ το φως του αληθινού ήλιου, μήτε θα ακουστούν από ανθρώπινα αυτιά?
Ο κόσμος είναι γι’ αυτούς που γεννήθηκαν να τον κατακτήσουν,
κι όχι γι’ αυτούς που ονειρεύονται πως το μπορούν – ακόμη κι αν έχουν δίκιο.
Ονειρεύτηκα περίσσοτερο απ’ όσο κατόρθωσε ο Ναπολέων,
Άνοιξα την καρδιά μου στην ανθρωπότητα περισσότερο απ’ τον Χριστό.
Συνέγραψα κρυφά φιλοσοφίες που κανένας Καντ δεν κατάφερε να γράψει.
Αλλα είμαι, κι ίσως να είμαι και για πάντα, αυτός που βρίσκεται στη σοφίτα,
ακόμα κι αν δεν ζω σε μιά.
Θα είμαι πάντα εκείνος που δεν γεννήθηκε γι’ αυτό.
Θα είμαι πάντα εκείνος που είχε προσόντα.
Θα είμαι πάντα εκείνος που περίμενε ν’ ανοίξει μια πόρτα σ’ έναν τοίχο δίχως πόρτες.
Και τραγούδησε το τραγούδι του απείρου σ’ ένα κοτέτσι.
Κι άκουσε τη φωνή του Θεού σ’ ένα κλεισμένο πηγάδι.
Να πιστέψω σ’ εμένα? Όχι, κι ούτε σε τίποτε άλλο.
Ας έλθει η Φύση να χύσει πάνω από το ζεστό μου κεφάλι,
τον ήλιο της, τη βροχή της, τον άνεμο που μου χαιδεύει τα μαλλιά.
Και τα υπόλοιπα που ίσως έρθουν, αν έρθουν, αν πρέπει να έρθουν, ή αν δεν πρέπει,
ας τα κάνει σκλάβους των αστεριών.
Κατακτούμε τον κόσμο, πριν ακόμα σηκωθούμε απ’ το κρεββάτι,
Αλλά ξυπνάμε και είναι αδιαφανής,
Σηκωνόμαστε και είναι ξένος,
Βγαίνουμε από το σπίτι και είναι ολόκληρη η Γη,
κι ακόμα το ηλιακό σύστημα, ο Γαλαξίας και το Άπειρο.
(Φάε σοκολάτες, μικρή
Φάε σοκολάτες! Πίστεψέ με, πέρα απ’ τις σοκολάτες, δεν υπάρχει άλλη μεταφυσική στον κόσμο.
Πίστεψέ με, όλες οι θρησκείες μαζί δεν σε διδάσκουν περισσότερα από ένα ζαχαροπλαστείο.
Φάε, βρώμικη μικρή, φάε!
Μακάρι να μπορούσα να φάω κι εγώ σοκολάτες με τόση ειλικρίνεια όση κι εσύ!
Αλλά σκέφτομαι, ξετυλίγοντας το ασημένιο περιτύλιγμα καμωμένο από κασσίτερο,
Το πετάω στο έδαφος, όπως έκανα και με τη ζωή μου.)
Τουλάχιστον μένει από τη νοσταλγία αυτού που ποτέ δεν θα είμαι,
Η βιαστική καλλιγραφία αυτών των στίχων,
Ένα μπαλκόνι που αγναντεύει το Αδύνατο.
Τουλάχιστον μού μένει για μένα μια περιφρόνηση δίχως δάκρυα,
Ευγενής τουλάχιστον στην μεγαλειώδη χειρονομία μου,
πετάω τα άπλυτα που είμαι εγώ στο πλυντήριο, και στην πορεία των πραγμάτων,
μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.
(Εσύ που εφησυχάζεις, που δεν υπάρχεις και γι’ αυτό εφησυχάζεις,
Είτε ελληνίδα θέα, που τη μορφή σου συνέλαβαν σαν ζωντανό άγαλμα,
Ή αλλιώς ρωμαίε πατρίκιε, αδύνατα ευγενή και επιβλαβή,
Ή πριγκήπισσα που σε τραγούδουν οι τροβαδούροι, η πιο πολύχρωμη και γοητευτική,
Ή μαρκησία του 18ου, ψηλομύτα και απόμακρη,
Ή διάσημη κοκότα των χρόνων των γονιών μας,
Ή σύγχρονη – ειλικρινά δεν ξέρω τι –
Όλο αυτό, ό,τι κι αν είναι, δώσε την έμπνευσή σου!
Η καρδιά μου είναι ένας αναποδογυρισμένος κάδος.
Όπως αυτοί που καλούν πνεύματα, καλούν πνεύματα – καλώ
εμένα και δεν βρίσκω τίποτα.
Πηγαίνω στο παράθυρο και παρατηρώ τον δρόμο με απόλυτη ακρίβεια.
Βλέπω τα μαγαζιά, τους διαβάτες, τις άμαξες που περνούν,
Βλέπωτα ενδεδυμένα έμβια όντα να διασταυρώνονται
Βλέπω τα σκυλιά που υπάρχουν εξίσου
Και όλο αυτό με βαραίνει σαν μια καταδίκη στην εξορία,
Και όλο αυτό είναι ξένο, όπως και όλα.)
Έζησα, σπούδασα, αγάπησα κι ακόμα πίστεψα,
Και σήμερα, δεν υπάρχει ζητιάνος που να μην τον ζηλεύω, απλά και μόνο γιατί δεν είναι εγώ.
Στον καθέναν διακρίνω τα κουρέλια του, τις πληγές του, το ψέμα,
Και σκέφτομαι : ίσως ποτέ δεν έζησες, ούτε σπούδασες, ούτε αγάπησες, ούτε πίστεψες.
(Γιατί είναι δυνατό να πλάσεις όλων αυτών την πραγματικότητα, δίχως να κάνεις τίποτα εξ’ αυτών)
Ίσως έχεις μόλις και μετά βίας υπάρξει, σαν μια σαύρα που τής έκοψαν την ουρά,
κι η ουρά της, αυτονομείται από τη σαύρα, σαλεύοντας με φρενίτιδα.
Αυτό που έκανα στον εαυτό μου, δεν το ήξερα.
Κι ό,τι μπορούσα να τον κάνω, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν ολότελα λάθος,
Με πέρασαν από μακρυά για κάποιον άλλον, δεν το αρνήθηκα και χάθηκα.
Σαν θέλησα να βγάλω τη μάσκα,
είχε κολλήσει στο πρόσωπό μου.
Κι όταν την έβγαλα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
Είχα ήδη γεράσει.
Ήμουν μεθυσμένος, και δεν ήξερα πια πώς να φορέσω το κοστούμι το οποίο ποτέ μου δεν είχα βγάλει.
Πέταξα μακρυά τη μάσκα και κοιμήθηκα στο βεστιάριο.
Σαν ένα σκυλί που το ανέχεται η διεύθυνση
Γιατί είναι άκακο.
Και θα γράψω αυτήν εδώ την ιστορία για ν’ αποδείξω πως είμαι υπέροχος.
Μουσική των άχρηστων στίχων μου,
Μόνο να μπορούσα να σε δω σαν κάτι που είχα φτιάξει,
αντι να συνεχίσω ν’ αντικρίζω το Καπνοπωλείο στην άλλη μεριά του δρόμου,
Η συνείδηση της ύπαρξής μου που κουρνιάζει στα πόδια μου,
Σαν ένας τάπητας καμωμένος από μεθύστακες,
Ή ένα χαλάκι που έκλεψαν τσιγγάνοι και δεν αξίζει τίποτα.
Αλλά ο Ιδιοκτήτης του Καπνοπωλείου ήρθε στην πόρτα και στέκεται εκεί.
Τον κοιτάζω με την δυσφορία ενός μισογυρισμένου κεφαλιού,
Συνδυασμένη με τη δυσφορία μιας μισο-κενης ψυχής.
Θα πεθάνει και θα πεθάνω.
Θ’αφήσει το σημειωματάριό του, θ’αφήσω τους στίχους μου.
Η επιγραφή του στο τέλος θα πεθάνει, όπως και τα ποιήματά μου.
Και στο τέλος θα πεθάνει κι ο δρόμος όπου βρισκόταν αυτή η επιγραφή,
Όπως κι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα ποιήματα.
Κι ύστερα θα πεθάνει κι ο στροβιλιζόμενος αυτός πλανήτης στον οποίον συνέβησαν όλα αυτά.
Σε άλλους δορυφόρους άλλων συστημάτων , κάτι σαν άνθρωποι,
Θα συνεχίσουν να φτιάχνουν κάτι-σαν-ποιήματα, και να ζούν κάτω από κάτι-σαν-επιγραφές.
Πάντα το ένα πράγμα αντίκρυ στο άλλο,
Πάντα το ένα πράγμα εξίσου άχρηστο με το άλλο,
Πάντα το αδύνατο τόσο ηλίθιο όσο η πραγματικότητα,
Πάντα το μυστήριο του βάθους, τόσο αληθινό όσο η σκιά του μυστηρίου στην επιφάνεια.
Πάντα αυτό ή πάντα το άλλο, ή ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Αλλά κάποιος μπήκε στο Καπνοπωλείο (για ν’αγοράσει καπνό?)
Κι η υπαρκτή πραγματικότητα ξαφνικα με κατακεραυνώνει.
Μισοσηκώνομαι στα πόδια μου – μ’ ενέργεια, βέβαιος για τον εαυτό μου, ανθρώπινος –
Και θα προσπαθήσω να γράψω αυτούς τους στίχους για να ισχυριστώ το αντίθετο.
Ανάβω ένα τσιγάρο, καθώς σκέφτομαι να τούς γράψω.
Και σ’ αυτό το τσιγάρο γεύομαι την απελευθέρωσή μου από κάθε σκέψη.
Ακολουθώ τον καπνό σαν να ήταν το δικό μου ίχνος.
Και απολαμβάνω για μια ευαίσθητη και επαρκή στιγμή,
Την απελευθέρωσή μου από κάθε εικασία
Και την επίγνωση ότι οι μεταφυσικές είναι η παρενέργεια του να μην αισθάνομαι καλά.
Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
Και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μού το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.
(Αν παντρευόμουν την κόρης της πλύστρας μου,
θα μπορούσα να είμαι εφικτά ευτυχισμένος.)
Δεδομένου αυτού, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το παράθυρο.
Ο άντρας βγήκε απ’ το καπνοπωλείο (βάζει τα ρέστα στην τσέπη του?)
Α, τον γνωρίζω : είναι ο Εστέβες, δίχως μεταφυσικές.
(Ο Καπνοπώλης ήρθε στην πόρτα.)
Ορμώμενος θαρρείς από κάποιο θείο ένστικτο, ο Εστέβες γύρισε και με είδε.
Με χαιρέτησε, και φώναξα κι εγώ από μακρυά “Γειά σου, Εστέβες!” και το σύμπαν
ανασυγκροτήθηκε μέσα μου, χωρίς ιδανικά ή ελπίδα, και ο Καπνοπώλης χαμογέλασε.

Κ. Π. Καβάφης – Ούτος Εκείνος

Άγνωστος – ξένος μες στην Αντιόχεια – Εδεσσηνός
γράφει πολλά. Και τέλος πάντων, να, ο λίνος
ο τελευταίος έγινε. Με αυτόν ογδόντα τρία

ποιήματα εν όλω. Πλην τον ποιητή
κούρασε τόσο γράψιμο, τόση στιχοποιϊα,
και τόση έντασις σ’ ελληνική φρασιολογία,
και τώρα τον βαραίνει πια το κάθε τι.-

Μια σκέψις όμως παρευθύς από την αθυμία
τον βγάζει – το εξαίσιον Ούτος Εκείνος,
που άλλοτε στον ύπνο του άκουσε ο Λουκιανός.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Ζωή Καρέλλη – Ο λόγος του ασώτου

Ο λόγος του ασώτου

I

Κύριε, ελέησόν μου την τόλμην της ομολογίας.

Να δοκιμάσω την τροφήν των ζώων του πατέρα μου.
Αγαπητή γη, πατρικό χωράφι,
είν’ εύκολο να γονατίσει ο κουρασμένος.
Ευφροσύνη απ’ τη γνωστή όψη των πραγμάτων.
Πρόθυμη μετάνοια, θρεμμένη από αμαρτίες
αστήριχτες. Σαν έφευγα ήξερα πως θα γυρίσω,
γι’ αυτό επέστρεψα. Ν’ ακουμπήσω
τα κουρασμένα ανίκανα μέλη στην πρόθυμη γη.
Όνειρα χόρτασης, επιθυμίες που δεν χόρτασαν,
ποιος θα τις πληρώσει ποτέ; Πόσο βαστά
ευγνωμοσύνης η θαλπωρή και πώς θα βρεθούμε
ύστερα με τον πατέρα αντιμέτωποι;
Πατέρας του εαυτού μου εγώ
προσηνής και σκληρός νομοθέτης.

Κύριε, ελέησόν μου την συστολή του πόνου, να εισέλθω ολόκληρος στους κόλπους σου.

II

Το σπίτι του πατέρα μου
μέσα μου βρίσκεται.
Όπως τ’ απομεινάρια της τροφής των ζώων,
η πάσα ευωχία κι η έκφραση της χαράς,
η δική του μέσα μου κι η δική μου.
Ύμνος διπλόηχος,
ωσαννά σε υπέροχη κίνηση,
συνενούμενον νέφος υπερέχον,
τολύπη θυμιάματος συνεννόησης

Είμαι το δοχείον και το χέρι και ο οίνος της ζωής.
Είμαι το πνεύμα, η ύλη και η άυλη εξόδευση.
Είμαι ύπαρξη, καταστροφή και η γέννηση.
Είμαι ο ναός που περιέχει τον ψάλλοντα και ακούοντα.
Περιέχω το αποτέλεσμα της αμαρτίας
τη συγχώρεση. Διαστέλλομαι
όπως το άπειρο φως εν ονόματί μου.
Είμαι ο νόμος, ο νομοθέτης κι ο νομοταγής,
η τιμωρία κι ο τιμωρούμενος,
είμαι εικόνα του θείου που εικονίζω
στην προσπάθεια της ζωής.

 

III

Έφυγα κουβαλώντας τη μέλλουσα επιστροφή μου.
Τον κύκλο επιχείρησα με τον πόθο ευθείας εξόδου,
επανάσταση αδιέξοδο πολεμώντας.

Εικόνα της νεανικής αγαθότητος ο πατέρας μέσα μου,
πάντα με προσκαλεί να ξαναρθώ στην αρχή
που γνωρίζει το τέλος της μόνης εφαρμογής.

Ποια δώρα προσφέρω στον εαυτό μου επανερχόμενος;
Εικόνες της φρίκης τού εαυτού μου αδιάσπαστες
με την ανάγκη της ειρηνικής ζωής.

Μαθητεία της ύπαρξης. Δίκαια η χαρά των αγγέλων
κι η ανάπαυση στους σταθερούς κόλπους
της αιώνιας ζωής, όπου θα διαλυθώ εν ειρήνη.

Από τη συλλογή Πορεία (1940) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955)[Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Ζωή Καρέλλη

 

Δ. Λιαντίνης – Αλδεβαράν


Οἱ πρῶτες παπαροῦνες τοῦ Μάη
ραμφίσανε μέ αἵματα τῆς ἄνοιξης
τό λαχουρί φουστάνι.
Δαμάστηκεν ὁ ἵμερος τῆς χλόης καθώς οἱ ἡλιαητοί
γιόρτασαν τήν γιορτή τῶν ταυροκαθαψίων.
Ἀπάντεχα μᾶς ξέβρασε ἡ βάρκα τῆς ἐλπίδας
στήν ἀκροπελαγιά τῆς μνήμης.
Χέρια καιρό γυμνασμένα γιά τό δοξάρι καί τόν πόλεμο
πού δέν ἄνοιξαν δρόμο καί πόρο
γιά τήν μεγάλη χώρα.
Ποῦ εἶναι τῆς γιορτῆς τό ρηγικό κεμέρι
ἡ σπατάλη μας ἀσπέδιστη
στοῦ κόσμου τήν ἀγυρτεία.
Ποῦ εἶναι τῆς Κυριακῆς τό αὔγασμα
μέ τά σπασμένα κρύσταλλα τῆς καμπάνας
καί τό μακεδονήσι στά μαλλιά.
Κι ὁ ξυλοκόπος τοῦ ὕπνου πού ἀνέβαινε
σκαλί – σκαλί τήν σκάλα
νά πριονίσει τό ἀσημόδεντρο στό δάσος τοῦ φεγγαριοῦ.
Ποῦ εἶσαι κλεισμένη ὦ!
στόν στειχιωμένο πύργο τῆς σιωπῆς
πιό ψηλή ἀπό τοῦ ἥλιου τόν ἴσκιο.
Ἄσπρη σάν τόν περιστεριώνα
πού ἀδιάκοπα κυβερνᾶ τά φτερά τῶν ἤχων.
Τήν ἔγνοια μας στούς λαμνοκόπους ἀφήσαμε
τῶν πουλιῶν.
Καί τοῦ ψωμιοῦ τόν κόπο καί τό κρασί
στήν ἁπλωσιά τοῦ ἀργέστη καί τόν καιρό
τόν πρωτομάστορα.
Ψηλώσαμε τήν ἐλεγεία της βροχῆς ἴσαμε τίς κορφές
τῶν κυπαρισσιῶν.
Τῶν κυπαρισσιῶν πού λογχίζουν ἀνάηχα τά σωθικά τῆς νύχτας.
Τά ἔργα καί οἱ μέρες μας
σκουτάρια καί φλάμπουρα νά φοβερίζουν τόν χάροντα
καβαλάρη στό ἀντίδρομο στρατοκαρτέρι.
Θά γράφεις μέ τό δάχτυλο
στήν μάταιην εὐκολία τῆς θάλασσας
τόν ἔρωτα καί τήν μακρυνή φωνή σου.
Καί θά κοιμᾶσαι σάν παιδί
στῶν ρόδων τά ματόφυλλα.
Ὅταν θά λαμπαδιάζεις μόνη ἐσύ
ἀσύγκριτη
στ’ ἀρκουδορέματα καί τίς ὀροσειρές τῆς μνήμης.

(Δ. Λιαντίνης, ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, Ποιήματα, σελ. 20-21)

Περιήγηση ἄρθρων