Ποιητική Αλήθεια

"Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια"

Ἀρχεῖο γιὰ τὸν μῆνα “Ἰουνίου, 2012”

Γεώργιος Δροσίνης – Το σπίτι σου

Τίποτε δὲν ἄλλαξε ἀπ᾿ τὸ σπίτι σου
κι ἀπ᾿ τὸ δρόμο κι ἀπ᾿ τὴ γειτονιά.
Μόνον ἡ παλιὰ βρυσούλα στέρεψε
στὴν ἀντικρινή σου τὴ γωνιά.

Τίποτε δὲν ἄλλαξε ἀπ᾿ τὸ σπίτι σου.
Βιαστικὸς διαβάτης τὸ θωρῶ
καί, ξεχνώντας πόσα χρόνια πέρασαν,
σὰ καὶ τότε πάλι λαχταρῶ…

Λαχταρῶ ν᾿ ἀνοίξεις τὸ παράθυρο
καὶ στὸ διάβα μου ἄξαφνα νὰ βγεῖς,
γελαστῆ παιδούλα καστανόξανθη,
χάραμα ἀπριλιάτικης αὐγῆς.

Σφαλιστὸ ἀπομένει τὸ παράθυρο
κι ἂν τ᾿ ἀνοίξεις, μι᾿ ἄλλη θὰ φανεῖ.
Μόνο στὸ παράθυρο τῆς θύμησης
βγαίνεις ἴδια καὶ παντοτινή.

Δημήτρης Δούκαρης – Σε είπανε Θεό…

Σε είπανε Θεό
και δε Σε πίστεψα,
γιατί αν ήσουνα
θάχες φόβο,
θάχες τρόμο
θάχες ντροπή
γιατί αν ήσουνα
θα Σε λυπόμουν.

Σε είπαν επανάσταση
και Σ’ ακολούθησα,
ήθελα να γκρεμίσεις,
ήθελα να χτίσεις,
ήθελα να τελειώσεις
και ν’ αρχίσεις,
ήθελα ν’ αλλάξεις
κι Εσύ
κι εγώ –
και μ’ άφησες στους πέντε δρόμους.

Και μια μελοποίηση:

Ιωάννης Γρυπάρης – Ο Κισσός

 

Ὁ μαῦρος κι ἄχαρος κισσός, τὸν πόνο του τρυγῶ
καὶ λέω καὶ μὲς στὰ στήθια μου ριζώνει
καὶ λέω κ᾿ εἶμαι τὸ χάλασμα τὸ ραγισμένο ἐγὼ
ποὺ ὁ μαῦρος κι ἄχαρος κισσὸς τὸ περιζώνει.

Μυριόριζος μυριόκλωνος – ὁ πόνος ποὺ πονῶ,
στείρα ζωὴ βυζαίνει ἀπὸ τὸν τοῖχο
καὶ δὲν τοῦ παίρνει πνέοντας γλυκὰ ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ
ἕναν ἡ αὔρα ἢ στεναγμὸν ἢ χαρᾶς ἦχο.

Toὺς δρόμους του ἀπόσωσε τὸ Φῶς τοὺς μακρυνούς,
ὥρα καὶ θἄβγουνε τὰ νυχτοπούλια
καὶ ρόδα ἡ δύση ἁπλόχερα σκορπᾷ στοὺς οὐρανοὺς
καὶ στῶν βουνῶν τὶς κορυφὲς σκορπάει ζεμπούλια.

Καὶ φτάνουν στὰ φυλλώματα τοῦ πένθιμου κισσοῦ
κοπαδιαστοὶ οἱ σπουργῖτες νὰ κουρνιάσουν
κι ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἥλιου τοῦ χρυσοῦ
μὲς σ᾿ ἀτρικύμιστη ἀγκαλιὰ νὰ ξαποστάσουν.

Καὶ τὰ ξελαρυγγιάσματα σκορπίζουν τὰ στερνά,
τρελλά, ὡς ποὺ ὁ ὕπνος φτάνει καὶ τὰ πνίγει,
ἐνῷ ὡς τὶς ρίζες τοῦ κισσοῦ τὶς τρίσβαθες περνᾷ
μιὰ ἀνατριχίλα ἀπ᾿ τῆς ζωῆς τὴ μέθη ὀλίγη.

Φουντώνει ἡ νύχτα· κ᾿ ἔρχουνται τριγύρω μου μιὰ μία
κι ὅλες μαζὶ ἀπ᾿ ἀλάργου ἀρμενισμένες
σκιῶν σκιὲς οἱ ἀνάμνησες, στὴν ἄχαρή μου ἐρμιὰ
νὰ φέρουν ψεύτικια παρηγοριὰ οἱ θλιμμένες.

Μάταια! ζῇ ποτὲ ἡ ζωὴ μ᾿ ἀνάμνησες ποὺ ζῇ,
ποὺ θὰ ξυπνήση καὶ μ᾿ αὐτὲς θὰ γύρῃ,
ἐνῷ ὁλοτρόγυρα βροντᾷ ἡ μέθη ὅλη μαζὶ
ἀπ᾿ τῆς ζωῆς, ποῦ ζῇ, τὸ πανηγύρι;

Ὁ μαῦρος κι ἄχαρος κισσός, τὸν πόνο του τρυγῶ
καὶ λέω καὶ μὲς στὰ στήθια μου ριζώνει
καὶ λέω κ᾿ εἶμαι τὸ χάλασμα τὸ ραγισμένο ἐγὼ
ποὺ ὁ μαῦρος κι ἄχαρος κισσὸς τὸ περιζώνει.

Ρένος Αποστολίδης – Ο Λοχίας της Αλλαγής

Φύλαγα σκοπός
τέσσσερες με εξ
στη χαράδρα της Ρεκά…
Θάπρεπε κιόλας νάχε χαράξει
( ίσως το ρολόι ,
ίσως τα σύννεφα και το βουνό εκείνο …)
Ψιχαλίζει…
Να μπορούσα νάγραφα ένα γράμμα
στη γυναίκα που με γέννησε κάποτε ,
χαράματα σαν τώρα …
Να της μιλούσα
για τον ήχο που κάνουν οι σταλαματιές πάνω στην καουτσουκένια κάπα
ή για τα σκίνα που τη γρατζουνάνε με τον αέρα ,
για το κρύο το μέταλλο του φακού στη δύσκολη τσέπη της χλαίνης…
…Ρέκα ! – να της πρόφερα τούτη τη λάξη :
Ρεκά ! – έτσι σκέτα , στεγνά σα ριπή που ηχεί !
Πρέπει , όπου νάναι – έπρεπε κιόλας νάχε χαράξει …Εκεί που ασπρίζει είναι χομομήλια , μαργαρίτες , αγριοάνηθα .
Τρώγονται… Μα-
Το χέρι μου ωστόσο φτάνει…
Το πρώτο άσπρο που φεγγίζει , 
μια μαργαρίτα !


Σ’ ένα γράμμα στην κοπέλα μου έγραφα :
<< … Μια μαργαρίτα αν μούλεγε πως μ’ αγαπάς,
α την ξαναρωτούσα θάλεγε
πως κιόλας θα πεθάνω δίχως
να σε ξαναδώ … >>
Χτες το μεσημέρι , στον ήλιο αυτά…


Μετά είχα ψιθυρίσει μ’ έπαρση :
– Ρώτα μιαν άλλη μαργαρίτα :
<< Θα ξημερώσει τάχα αύριο , ή όχι ; >>


Τη ρώτησα θα ξημέρωνε !
Και μια άλλη ακόμα… -γέλασα :
Η τρίτη μαργαρίτα ισχυρίστηκε
πως όχι , αύριο δε θα ξημέρωνε !
( – Τι ιδέα !… Αστείες προλήψεις ! )


΄Επειτα συλλογιόμουν – ώρα πολλή :
Πως λέει ; …<< Ουκ εκπειράσεις… >>
( << Κύριος ο Θεός μου !… >> Πούναι τον τώρα
στη χαράδρα της Ρεκά , τέσσερες με εξ ,
να κάτσει αυτός στο πόστο μου ,
να γείρω γω λιγάκι ;… )


Ρεκά…
Κι ούτε να φανεί ο Λοχίας της Αλλαγής !
( Περσότερο φοβάμαι το << είν ‘ ακόμα νωρίς >>
παρά που τρέμω το κρύο μέταλλο του φακού . )
…Τα σύννεφα φταίνε
και το βουνό
το νυχτωμένο το βουνό ,
κι αυτός ο νυχτωμένος Λοχίας της Αλλαγής :
Α υ τ ό ς !


Πάλι ψιχαλίζει …
Τ’ αποφάσισα !
( Το ρίγος απ’ το κρύο πλακέ μέταλλο
έφτασε ως τη ραχοκοκκαλιά ! >> :
5 παρά 20 !

…Τα σύννεφα , λοιπόν
και το βουνό
κι ο Λοχίας της Αλλαγής
– αυτός προπάντων ! –
που θα με σήκωνε νωρίς…
( Κλέφτες ! )


Ακόμα φεγγίζει το ίδιο θαμπά το άσπρο εκειπέρα…
( …Ουκ εκπειράσεις … >> )
… Αργεί .


Το κρύο μέταλλο έδειξε
6 και 20 !
( Τα σύννεφα το βουνό και , προπάντων , ο Λοχίας της Αλλαγής ! )
<< – Λοχία της Αλλαγής φώναξα .
Καμιά απόκριση …
<< – Λοχία της Αλλαγής ! >> ξαναφώναξα .


… Οι ώρες περνούσαν .
Το κρύο μέταλλο έδειχνε
κάθε τόσο μ’ ένα νέο ρίγος στη ράχη :
… 9 και 10 !
… 10 και 25 !
… 11 και τέτερτο !
… 11 και μισή !… 12 παρά 5′ ! η μαργαρίτα της Ρεκά ! –
12 παρά 5′ !…
Κ ‘ η Ρεκά ούρλιαζε απαίσια :
– Λοχία της Αλλαγής !
– Λ ο χ ί α τ η ς Α λ λ α γ ή ς !
– Λ ο χ ί α τ η ς Α λ λ α γ ή ς !
Η ώρα είναι Δώδεκα του Μεσημεριού ,
Λοχία της Αλλαγής !
Δώδεκα του Μεσημεριού
και δε χάραξε !

…Μα ο Λοχίας της Αλλαγής δεν έσκυβε πια πάνω απ’ τη χαράδρα της Ρεκά …
Και δεν είχε χαράξει μήτε κι όταν
τα δ ε ύ τ ε ρ α μ ε σ ά ν υ χ τ α είχαν φτάσει
στη χαράδρα εκείνη
όπου οι μαργαρίτες είχαν υβρισθεί !…


—–


Φύλαγα σκοπός στη χαράδρα της Ρεκά τέσσερες με εξ ,
πέρα κι ‘ απ’ το π ρ ι ν κι απ’ το μ ε τ ά της Μεσημβρίας ,
ε ι ς α ι ώ ν α τ ο ν ά π α ν τ α ,
δίχως Λοχία της Αλλαγής να με αντικαταστήσει ,
δίχως Λοχία της Αλλαγής να του προσευχηθώ ,
στ ‘ όνομά του ,
στ ‘ όνομα της γυναίκας που με γέννησε κάποια χαράματα ,
στ’ όνομα εκείνης που δε διέψευδε ποτέ όσες μαργαρίτες κι αν ρωτούσα :
– Λοχία της Αλλαγής
σκύψε απόψε
στη χαράδρα της Ρεκά ,
κ’ έλα να χαράξεις !


Λοχία της Αλλαγής ,
πότε θ’ αντικαταστήσεις
το δούλο σου ;
Πόσα μεσάνυχτα χωρούν
σ’ αυτή τη νύχτα ;


Λοχία της Αλλαγής 
στ’ ονομά σου ,
στ’ όνομα εκείνης που με γέννησε ,
στ’ όνομα εκείνων που μ’ αγαπούν ,
σου προσεύχομαι
να μην είναι
με μεσάνυχτα άπειρα
η νύχτα αυτή
που φυλάω σκοπός
τέσσερες με εξ
στη χαράδρα της Ρεκά !

Μιχάλης Κατσαρός – Η διαθήκη μου

Η διαθήκη μου

Αντισταθείτε 
σ’αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι 
και λέει : καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ’αυτόν που γύρισε πάλι
και λέει : Δόξα σοι ο Θεός. 
Αντισταθείτε 
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών 
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρία εισαγωγαί – εξαγωγαί 
στην κρατική εκπαίδευση 
στο φόρο 
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. 
Αντισταθείτε 
σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες 
ατέλιωτες τις παρελάσεις 
σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει σμύρναν 
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. 
Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται 
μεγάλοι 
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες 
σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε 
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι 
σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή 
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα 
στις κολακίες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
απο γραφιάδες και δειλούς για το σοφό 
αρχηγό τους. 
Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών 
και διαβατηρίων 
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη 
διπλωματία 
στα εργοστάσια πολεμικών υλών 
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια 
στα θούρια 
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους 
στους θεατές 
στον άνεμο
σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς 
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ αντισταθείτε. 
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την 
 Ελευθερία. 
 (……..) 
Και συ λοιπόν 
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις 
απο φωνή
απο τροφή 
απο άλογο 
απο σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος: 
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν. 

Ράινερ Μαρία Ρίλκε – Ο κύκνος

Ο μόχθος, μέσα απ’ ό,τι δεν έγινεν ακόμα,
βαρύς και σα δεμένος να πηγαίνεις,
μοιάζει με του κύκνου τ’ άπλαστο βήμα.
Κι ο θάνατος, τούτο το ασύλληπτο ακόμη
κάθε αιτίας, που πάνω του στεκόμαστε καθημερινά,
στο φοβισμένο χαμήλωμα του μοιάζει
στα νερά πάνω που το δέχονται γαλήνια
και που, σαν μακάρια και σαν περασμένα,
κάτω του, κύμα το κύμα, αποτραβιούνται,
ενώ αυτός, άπειρα βέβαιος άπειρα γαλήνιος,
πάντα πιο γνωστικός και πιο βασιλικός
και πιο ατάραχος, καταδέχεται να φεύγει.

μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου 

Κλεομένης Τσιόγκας – #64

 

Σκακιέρα είναι η ζωή
και μείς τα μαύρα πιόνια
πίσω μας οι αξιωματικοί
μπροστά τα μαύρα χρόνια.

Στρατιώτες που τους ρίξανε
στη μάχη δίχως σκέψη
γίνανε άνθρωποι απλοί
χωρίς να πούνε λέξη.

Τα πιόνια καταντήσαμε
σε μι’ άδικη παρτίδα
και σου ζητούν να πολεμείς
για μι’ άγνωστη πατρίδα.

Και ο βασιλιάς πια σου ζητεί
τον άλλον να σκοτώσεις
και από αόρατους εχθρούς
τρέχεις για να γλυτώσεις.

Σαν έρθει η κρίσιμη στιγμή
ο βασιλιάς ζυγώνει
και το δικό του το σπαθί
στην πλάτη σου κραφώνει.

Και ο στρατιώτης που ‘ρχεται
από την άλλη άκρη
σε βλέπει κεί που κείτεσαι
και χύνεται ένα δάκρυ.

Και δώ τελειώνει ο κόσμος σου
μ’ αυτό δε τον πειράζει
καινούρια πια ονόματα
αρχίζει να φωνάζει.

Αυτών που θα καλύψουνε
τις θέσεις όσων πέσαν
που κάποτε με ψέματα
και όνειρα τους δέσαν.

Σκακιέρα είναι η ζωή
και μείς τα μαύρα πιόνια
μια μάχη που δεν έληξε
και συνεχίζει ακόμα…

Κλεομένης Τσιόγκας 

Περιήγηση ἄρθρων