Ποιητική Αλήθεια

"Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια"

Ἀρχεῖο γιὰ τὸν μῆνα “Ἰουλίου, 2012”

Διονύσιος Σολωμός – Το όνειρο

 

Ἄκου ἕν᾿ ὄνειρο, ψυχή μου,
Καὶ τῆς ὀμορφιᾶς θεά·
Μοῦ ἐφαινότουν ὅπως ἤμουν
Μετ᾿ ἐσένα μία νυχτιά.
῾Σ ἕνα ὡραῖο περιβολάκι
Περπατούσαμε μαζί,
Ὅλα ἐλάμπανε τ᾿ ἀστέρια,
Καὶ τὰ κύτταζες ἐσύ.
Ἐγὼ τσὤλεα· πέστε, ἀστέρια,
Εἶν᾿ κανέν᾿ ἀπὸ τ᾿ ἐσᾶς,
Ποῦ νὰ λάμπη ἀπὸ κεῖ ἀπάνου
Σὰν τὰ μάτια τῆς κυρᾶς;
Πέστε ἂν εἴδετε ποτέ σας
῾Σ ἄλλη, τέτοια ὡραῖα μαλλιά,
Τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι,
Τέτοια ἀγγελικὴ θωριά;
Τέτοιο σῶμα ὡραῖον ὅπ᾿ ὅποιος
Τὸ κυττάζει εὐθὺς ρωτᾶ·
Ἂν εἶν᾿ ἄγγελος ἐκεῖνος,
πῶς δὲν ἔχει καὶ φτερά;
Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
Ὅπου μὤδινες γλυκά,
Ἐξεφύτρωνε ἄλλο ρόδο
Ἀπὸ τὴν τριανταφυλλιά.
Ὅλη νύχτα ἐξεφυτρώσαν,
Ὡς ὁποῦ λάμψεν ἡ αὐγή,
Ποὺ μᾶς ηὖρε καὶ τοὺς δυό μας
Μὲ τὴν ὄψη μας χλωμή.
Τοῦτο εἶν᾿ τ᾿ ὄνειρο, ψυχὴ μου·
Τώρα στέκεται εἰς ἐσέ,
Νὰ τὸ κάμης ν᾿ ἀληθέψῃη,
Καὶ νὰ θυμηθεῖς γιὰ μέ.

 

Γιάννης Ρίτσος – Ο Ύστατος Οβολός

“Δύσκολες ώρες, στον τόπο μας.
Κι αυτός ο περήφανος,
γυμνός, ανυπεράσπιστος, ανήμπορος,

αφέθηκε να τον βοηθήσουν·
εγγράψαν υποθήκες πάνω του·

πήραν διακιώματα·αξιώνουν·
μιλάνε για λογαριασμό του·

του ρυθμίζουν την ανάσα, το βήμα·
τον ελεούν· 

τον ντύνουν μ’ άλλα ρούχα ξέχειλα, χαλαρωμένα·
του σφίγγουν μ’ ένα καραβάσκοινο τη μέση.

Εκείνος,
μέσα στα ξένα ρούχα, ούτε μιλάει κι ούτε πια χαμογελάει
μη και φανεί που ανάμεσα στα δόντια του κρατάει (ως και την ώρα
του ύπνου)
σφιχτά σφιχτά, σαν ύστατο οβολό του, ( μόνο τώρα βιος του)
γυμνό, απαστράπτοντα κι ανένδοτο, το θάνατό του.”

Ο Ρένος Αποστολίδης διαβάζει Κωνσταντίνο Μάστρακα

Ο Ρένος Αποστολίδης με τον Κ.Μάστρακα & την Ζ.Κουντούρη συζητούν για ποίηση. Ο Ρένος διαβάζει ποιήματα του Κ.Μάστρακα. 12-2-1996 
http://www.renosapostolidis.gr

Γιώργος Ευγένιος Τζωρτζίνης – Βανδαλισμένο Ξωκλήσι

Βάλε μιὰ δύναμη ὕστατη ἀκόμα
κι ἡ ὥρα ἦρθε νὰ ξυπνήσῃς ἀπ’τὸ κῶμα
καρδιὰ βασανισμένη, ἀγγελικὴ μου
κι ἄνομη ἐπιθυμία μυστική μου·

τὸ τραῦμα σου ποὺ αλύτρωτο κραυγάζει
θάλασσα ποὺ ποτὲ δὲν ἡσυχάζει
κάνει το στῆθος μου, καὶ μοῦ γλυκαίνει τὸ αἷμα
σὰν νὰ βαφτίζομαι σ’αὐτὸ πού’χυσες ρέμα.

Θάλασσα κι ἠ ἀδύναμη ἀγκαλιὰ σου
ἡ δύσπιστη, καὶ τὰ δειλά φιλιά σου
που ὀρμάει ἡμιθανῆ γιὰ νὰ μὲ κλείσῃ

κι ἀλύπητη εὐτυχία γιὰ νὰ μὲ λούσῃ·
φτάνω ἐγώ, ἄλλος κανεὶς κι ἂν δὲν σ’ἀκούσῃ
μικρό, βανδαλισμένο μου ξωκλῆσι!

Περιήγηση ἄρθρων