Ποιητική Αλήθεια

"Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια"

Ἀρχεῖο γιὰ τὸν μῆνα “Σεπτεμβρίου, 2012”

Κ.Π. Καβάφης – Ένας νέος, της Tέχνης του Λόγου — στο 24ον έτος του

Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.—
Τον φθείρει αυτόν μια απόλαυσις μισή.
Είναι σε μια κατάστασι εκνευριστική.
Φιλεί το πρόσωπο το αγαπημένο κάθε μέρα,
τα χέρια του είναι πάνω στα πιο εξαίσια μέλη.
Ποτέ του δεν αγάπησε με τόσο μέγα
πάθος. Μα λείπει η ωραία πραγμάτωσις
του έρωτος· λείπει η πραγμάτωσις
που πρέπει νάναι κι απ’ τους δυο μ’ έντασιν επιθυμητή.

(Δεν είν’ ομοίως δοσμένοι στην ανώμαλη ηδονή κ’ οι δυό.
Μονάχ’ αυτόν κυρίεψε απολύτως).

Και φθείρεται, και νεύριασε εντελώς.
Εξ άλλου είναι κι άεργος· κι αυτό πολύ συντείνει.
Κάτι μικρά χρηματικά ποσά
με δυσκολία δανείζεται (σχεδόν
τα ζητιανεύει κάποτε) και ψευτοσυντηρείται.
Φιλεί τα λατρεμένα χείλη· πάνω
στο εξαίσιο σώμα —που όμως τώρα νοιώθει
πως στέργει μόνον— ηδονίζεται.
Κ’ έπειτα πίνει και καπνίζει· πίνει και καπνίζει·
και σέρνεται στα καφενεία ολημερίς,
σέρνει με ανία της εμορφιάς του το μαράζι.—
Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.

Advertisements

Κ.Π. Καβάφης – Είγε Ετελεύτα

«Πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;
Έπειτ’ από τα θαύματά του τα πολλά,
την φήμη της διδασκαλίας του
που διεδόθηκεν εις τόσα έθνη
εκρύφθηκ’ αίφνης και δεν έμαθε κανείς
με θετικότητα τι έγινε
(ουδέ κανείς ποτέ είδεν τάφον του).
Έβγαλαν μερικοί πως πέθανε στην Έφεσο.
Δεν τόγραψεν ο Δάμις όμως· τίποτε
για θάνατο του Απολλωνίου δεν έγραψεν ο Δάμις.
Άλλοι είπανε πως έγινε άφαντος στην Λίνδο.
Ή μήπως είν’ εκείν’ η ιστορία
αληθινή, που ανελήφθηκε στην Κρήτη,
στο αρχαίο της Δικτύννης ιερόν.-
Αλλ’ όμως έχουμε την θαυμασία,
την υπερφυσικήν εμφάνισί του
εις έναν νέον σπουδαστή στα Τύανα.-
Ίσως δεν ήλθεν ο καιρός για να επιστρέψει,
για να φανερωθεί στον κόσμο πάλι·
ή μεταμορφωμένος, ίσως, μεταξύ μας
γυρίζει αγνώριστος.- Μα θα ξαναφανερωθεί
ως ήτανε, διδάσκοντας τα ορθά· και τότε βέβαια
θα επαναφέρει την λατρεία των θεών μας,
και τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές.»

Έτσι ερέμβαζε στην πενιχρή του κατοικία –
μετά μια ανάγνωσι του Φιλοστράτου
«Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον» –
ένας από τους λίγους εθνικούς,
τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε – ασήμαντος
άνθρωπος και δειλός – στο φανερόν
έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κ’ εκκλησιάζονταν.
Ήταν η εποχή καθ’ ήν βασίλευεν,
εν άκρα ευλαβεία, ο γέρων Ιουστίνος,
κ’ η Αλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,
αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

 


Σημειώσεις:

Ο τίτλος του ποιήματος είναι μια φράση από το έργο του Φιλοστράτου «Η Ζωή του Απολλώνιου Τυανέα», VIII, 29, μια βιογραφία που γράφηκε στα 200 μ.Χ. περίπου. Ο Απολλώνιος γεννήθηκε 4 περίπου χρόνια πριν το Χριστό στα Τύανα. Αφού σπούδασε ελληνική φιλοσοφία και υιοθέτησε την ασκητική ζωή των Πυθαγόριων, ταξίδεψε πολύ στην Ανατολή (ακόμη και στην Ινδία) και έγινε διάσημος για τις θαυματουργές δυνάμεις του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην Έφεσο. Σύμφωνα μ’ ένα μύθο εξαφανίστηκε στο ναό της Αθηνάς στη Λίνδο (της Ρόδου) ενώ σύμφωνα μ’ άλλο μύθο, εξαφανίστηκε στο ναό της Δικτύννης (Μινωϊκή θεότητα) στην Κρήτη. Πολλά από τα θαύματά του, που διηγείται ο Φιλόστρατος, έχουν καθαρές ομοιότητες με τα θαύματα του Ιησού Χριστού. Η βιογραφία του Φιλοστράτου θεωρείται ότι βασίστηκε στις αναμνήσεις του Δάμι, μαθητή του Απολλωνίου.
Το δεύτερο τμήμα του ποιήματος αποδίδει το μονόλογο του πρώτου τμήματος σ’ ένα φανταστικό παγανιστή της Αλεξάνδρειας που ζούσε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστίνου Α’ (518-527 μ.Χ.)

 Πηγή

Κ.Γ. Καρυωτάκης – Ανδρείκελα

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτήν εδώ τη γη,

σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.

Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.

Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,

ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,

χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,

άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,

η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.

Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά

όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.

Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,

ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός

πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

Ρένος Αποστολίδης – Αγνώστω Θεώ

 

Βρέθηκα σε μια εκκλησιά που δεν ξέρω ποιος θεός λατρευόταν. Καλά καλά δεν ξέρω πώς βρέθηκα. Ούτε τους τοίχους της – κι ωστόσο πελώριος, πανύψηλους, στον ουρανό – καλοδιάκρινα. Δεν είμαι βέβαιος καν αν είχε τοίχους ορατούς. Μα υπήρξα μάρτυρας της λειτουργίας. Όλη τελέστηκε μπρος μου, σ’ όλη της τη δόξα και την υπέργεια έξαρση. Ο θεός της πέθαινε. Στο πέρας της λειτουργίας θεός πια δεν θα υπήρχε. Και τελούσαν αυτό οι ιεροί λειτουργοί της. Μια μακραίωνη ιστορία πίσω υπήρχε – πίσω ο θεός υπήρχε, εφεξής δεν θα υπήρχε πια.

Την αλήθεια την είχε ο ίδιος προστάξει, ο ίδιος είχε βεβαιώσει το θάνατό του. Ο ίδιος είχε δείξει τον ήλιο της ανατολής της πρώτης μέρας στον κόσμο δίχως θεό. Παρά ταύτα ήταν μια λειτουργία. Παρά ταύτα το τυπικό της έπειθε. Ρίγη πίστεως συγκλόνιζαν τους ευσεβείς της. Μόνο που ο θεός πέθαινε, ξεψύχαγε μπρος τους με βεβαιότητα, παράδινε την πνοή στους ανέμους, στο χώρο τον δίχως θεό πια, στον άδειο χώρο. Κι ωστόσο, στον άδειο χώρο η λειτουργία υψώνονταν. Κι η λειτουργία αρκούσε, γίνονταν αυθύπαρκτη, αυτοδύναμη.

Ο θεός ο ίδιος πέθαινε μα οι μήτρες οι χρυσόδετες των ιερουργών τον υποχρεώναν. Είδα με τα μάτια μου το θεό να εκλιπαρεί να τον αφήσουν ήσυχο να πεθάνει. Μα η ασθενική πια μιλιά του χάνονταν μες την ιερουργία. Τα ορατόρια ανατείνονταν – ‘ο θεός πέθανε!’ – κι ο θεός ψιθύριζε ‘σιγότερα, σιγότερα, δεν πέθανε ακόμα ο θεός μα πεθαίνει, αφήστε τον εν ηρεμία’. ‘Όχι, ο θεός πέθανε!’ αντέτειναν τα ορατόρια κι ο θεός κυβερνούσε στυλωμένος ακούσια στο θόλο με τη φωνή τους. Πλησίασα τους ιερείς, φώναξα, είπα πως ο θεός πεθαίνει, αφήστε τον εν ηρεμία, μα στάθηκε αδύνατο. Όλο ήταν μες το τυπικό. Ακόμα και ο θεός που διαμαρτύρεται, δήθεν σα να διαμαρτύρεται, δήθεν σα να πεθαίνει. ‘Μα ο θεός πεθαίνει, αλήθεια πεθαίνει!’ φώναξα. ‘Ο θεός πεθαίνει! Ο θεός πεθαίνει!’ τραγούδησαν, σαν από μέσα απ’ το στόμα μου μάλιστα, δοξαστικά στο μέλος του ‘Ο θεός νικά!’. Έτρεξα στο θεό, τον ψαχούλεψα να βεβαιωθώ ξανά πως πεθαίνει, πως δεν τελετουργεί.

Τα πάντα, κι η μυρουδιά, με βεβαίωναν πως πεθαίνει, πέθανε κιόλας! Τώρα, μάλιστα, τα ορατόρια υψώνονταν κατ’ εξοχήν δοξαστικά. Κι όλοι πήραν από ένα κομμάτι του, διαμέλισαν το πτώμα του κι έλαβαν κι έστω από μια μπουκιά της πτωμαΐνης του. Οι γυναίκες κοιμήθηκαν μ’ αυτήν, έκαναν έρωτα, συνέλαβαν μ’ αυτήν, οι άντρες μ’ αυτήν, αυτήν ερωτεύτηκαν, μ’ αυτήν έσπειραν, τα παιδιά μ’ αυτήν έπαιξαν ξανά τις αρχαίες αμάδες. Ο θεός πέθανε, αυτή ήταν η λειτουργία, η μεγάλη του δόξα, η αιώνια δόξα του πτώματός του. Είδα τις μήτρες να φεύγουν, να χάνονται, τους τοίχους της εκκλησιάς να γίνονται αόρατοι, το ορατόριο να θαμπώνει, να σβήνει. Μα γύρω μου ο ορίζοντας έλαμπε πυρφόρος.

 

 

Θοδωρής Βοριάς – Δεν έχει δρόμους να χαθείς

 

Δὲν εἴμαστε πιὰ γιὰ τὸ χωριό,
πέντε ἕξι μέρες παραθέρισης ἀρκοῦν.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει δρόμους νὰ χαθεῖς,
δὲν ἔχει πλῆθος νὰ κρυφτεῖς.
Ἐκεῖ περνᾶς κι ὅλοι σὲ σχολιάζουνε
σὰν μιὰ ἐπίκαιρη παρένθεση
μὲς στὴν ἁπλότητά τους.

Δὲν εἴμαστε πιὰ γιὰ τὸ χωριό,
θέλει νά ‘χεις κότσια
γιὰ νὰ ἐπιβιώσεις στὸ μοναδικό του καφενεῖο,
θέλει νὰ μάθεις ν’ ἀνοίγεις τὴ ζωή σου
καὶ νὰ μοιράζεις στὴν πρέφα τὶς συνήθειές σου.

Δὲν εἴμαστε πιὰ γιὰ τὸ χωριὸ
κι ἃς ἀφορίζουμε στὶς ἀστικὲς κουβέντες μας
τὴν ἀποξένωση καὶ τὴν ἀστυφιλία:

«…θὰ τὰ παρατήσω καὶ θὰ φύγω…»
κι ἄλλα τέτοια
εἶναι γιὰ νά ‘χαμε νὰ λέγαμε.

Τόσα χρόνια βολευτήκαμε καλὰ
μὲς στὴν ἀνωνυμία.

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ – Νύχτα με βροχή

Δίπλα μου στέκεσαι καθώς το ρόδο που ανασταίνεις,
Τώρα μια μνήμη επαγρυπνεί γεμάτη από σιωπή.
Πιότερο κι απ’ τον έρωτα η ματιά σου με πεθαίνει
Τη νύχτα αυτή που τίποτα δεν έχει να μου πει.

Το ξέρω. Με τον άνεμο η ζωή σου ωραία ανασαίνει
Εύρωστο κλίμα οι φλέβες σου κι ώριμοι πια καρποί.
Κι ωστόσο τούτη η η αστείρευτη βροχή που όλο πληθαίνει
Μας συγκρατεί επικίνδυνα κάτω από μια σιωπή.

Εξαίσια κι άφθαρτη πηγή, πανάρχαιο σιντριβάνι,
Μες στο καμπύλο σου νερό μια μέρα θα χαθώ
Έτσι καθώς η απρόσωπη φύση μου θα βλαστάνει.

Σα δέντρο μες στη συντριβή του ολόγυμνου κορμιού σου,
Τώρα με μάτια ακοίμητα έρποντας προσπαθώ
Σαν κάτι μάταιο να χαθώ στα βάθη του εαυτού σου.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Γιάννης Β. Ιωαννίδης

Ο Ρένος Αποστολίδης απαγγέλει τη “Λιογέννητη”

Η Λιογέννητη είναι ένα τραγούδι του ακριτικού κύκλου. Εδώ το απαγγέλει ο Ρένος Αποστολίδης.
Η Μουσική είναι του Βάγκνερ.

Ο Κωσταντής ο ομορφονιός, ο μικροκωσταντίνος,

μια μέρα θέλησε να βγει να λαγοκυνηγήσει,

και διάβαινε καμαρωτός απ’ την πλατιά την ρούγα.

Εκεί είδε την Λιογέννητη με τετρακόσιες σκλάβες.

Σε κρεμεζιά τριανταφυλλιά ήταν ακουμπισμένη,……………………………… 5

κι είχε τα φρύδια τορνευτά, τα μάτια σα ζαφείρι,

και στο μικρό το δάχτυλο είχε το δαχτυλίδι,

καλλιά ’λάμπε το δάχτυλο παρά το δαχτυλίδι.

Ωσάν την είδ’ ο Κωσταντής, αφήνει το κυνήγι.

Κινάει να πάει στο σπίτι του σα μήλο μαραμμένος………………………….. 10

Χωρίς θέρμη θερμάθηκε, χωρίς οριόν ερριάστη,

δίχως τον πονοκέφαλο έπεσε στο κρεβάτι.

«Μάνα, ψυχή, μάνα, καρδιά, μάνα και το κεφάλι.

Μάνα, θολά είναι τα βουνά και θαμπερό το σπίτι.»

«Γιε μου, καλά είναι τα βουνά και λαμπερό το σπίτι,………………………… 15

μα συ κορίτσιν αγαπάς κι εκείνη δεν το ξέρει.»

«Μάνα, την κόρη που είδα ’γώ, άλλος να μη την πάρει

Στείλε να κράξεις άρχοντες και μητροπολιτάδες

να πάν’ να κάμουν προξενιά, γυναίκα να την πάρω.»

Στέλνει τρακόσιους άρχοντες και μητροπολιτάδες,………………………….. 20

στέλνει τον άρχοντα Φωκά, στέλνει το Νικηφόρο,

στέλνει τον Πετροτράχηλο, που τρέμει η γης κι ο κόσμος.

Εχτύπησαν οι άρχοντες την αργυρή την πόρτα.

«Ποιος χτύπησε στην αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;»

«Ημείς είμεστε οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,…………………………… 25

ο Κωσταντής μάς έστειλε δυο λόγια να σου πούμε.»

«Ανοίξετε στους άρχοντες, στους μητροπολιτάδες!

Φέρτε τρακόσια στρώματα, φέρτε τρακόσια πεύκια,

για να καθίσουν οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,

φέρτε Μονεβασιά κρασί, να πιούν οι αντρειωμένοι.»……………………….. 30

Εμπαίνουν τότε οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,

και την ευρίσκουν κι έπλεγε τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.

Καθώς τους είδε η λυγερή επροσηκώθηκέ τους.

«Καλώς ήρθαν οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,

φάτε και πιέτε, γέροντες, κι εγώ στον ορισμό σας.»…………………………. 35

«Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε,

προξενητάδες είμαστε κι ήρθαμε να σου πούμε,

ο Κωσταντής μάς έστειλε, τ’ όμορφο παλικάρι,

αν είναι θέλημα θεού, γυναίκα να σε πάρη.»

Σαν τ’ άκουσε η Λιογέννητη ν-εχτύπησε τα γέλια……………………………. 40

«Για πείτε του του Κωσταντή, του μοσκαναθρεμμένου,

δε θέλω τον, δε χρήζω τον, δεν καταδέχομαί τον.

Σαν έρθει η μάνα μ’ απ’ την γης κι ο κύρης μ’ απ’ τον άδη,

τα δυο μ’ αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,

να σπείρουνε την θάλασσα σιτάρι να καρπίσει………………………………… 45

χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,

και με τ’ αργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,

κι εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ’ αλώνι,

μηδέ και τ’ άχυρο βραχεί μηδέ και το σιτάρι,

μηδέ την πάχνη τ’ αλωνιού αέρας να την πάρει,………………………………. 50

τότε κι εγώ τον Κωσταντή θα τόνε πάρω γι’ άντρα·

και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι σα μου δόξει.»

Σαν ήκουσαν οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,

τους κακοφάνηκε πολύ κι έσκυψαν το κεφάλι…………………………………. 55

Κι αυτή τότε τους έδωκε τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.

«Ορίστε την πλεξίδα μου τον εδικό σας κόπο.»

Εκίνησαν κι επήγαιναν πικροί και μαραμένοι,

κι ο Κωσταντής καρτέρειγε στην αργυρή του πόρτα.

«Καλώς ήρθαν οι άρχοντες με τα καλά τα λόγια.»

«Κακώς ήρθαν οι άρχοντες με τα κακά τα λόγια……………………………… 60

Δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δεν καταδέχεταί σε.

Σαν έρθη η μάνα τς απ’ την γης κι ο κύρης απ’ τον άδη,

τα δυο τς αδέρφια τα καλά από τον κάτω κόσμο,

να σπείρουνε την θάλασσα σιτάρι να καρπίσει,

χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,……………………………….. 65

και με τ’ αργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,

κι εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ’ αλώνι,

μηδέ και τ’ άχυρο βραχεί, μηδέ και το σιτάρι,

μηδέ την πάχνη τ’ αλωνιού αέρας να την πάρει,

τότε κι αυτή τον Κωσταντή θα τόνε πάρει γι’ άντρα,………………………… 70

και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι σαν της δόξει.»

Ο Κωσταντής, σαν τ’ άκουσε, μέγας καημός τον πήρε,

και ζήτησε και το’ ’δωκαν τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.

Πήγε να βρει τις μάγισσες που ξέρουν από μάγια.

Ωσάν τον είδε κι έρχονταν της μάγισσας η κόρη,…………………………….. 75

«Μάνα μ’, ο νιος οπ’ έρχεται του κάμπου καβαλάρης,

παίρνουν τα ρούχα του δροσιά και τα λυχνά του πάχνη,

παίρνουν τα πασουμάκια του ανθούς από τα δέντρα,

κι ο γύρος του προσώπου του για κόρη είναι θλιμμένος.»

«Στα μάγια εγώ γεννήθηκα, στα μάγια θα πεθάνω,…………………………… 80

κι εγώ δεν τόνε γνώρισα και συ τόνε γνωρίζεις;»

«Καλή σου μέρα, μάγισσα, με την καλή σου κόρη.

Δεν έχεις μάγια της καρδιάς και μάγια της αγάπης,

να κάμεις τη Λιογέννητη να ’ρθεί στην αγκαλιά μου;»

«Αν έχεις πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,…………………….. 85

θα κάμω τη Λιογέννητη να ’ρθεί  στην αγκαλιά σου.»

Εγώ ’χω πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,

εγώ ’χω την πλεξίδα της, τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.»

«Σύρε άνοιξε την πόρτα σου και δέσε τα θεριά σου,

και κάθου και καρτέρει την να ’ρθεί στην αγκαλιά σου.»………………….. 90

Και βγάνει από τον κόρφο της τρία μήλα μαραμένα.

«Το ’να ρίξε στο τρίστρατο, να πάψουν οι διαβάτες,

τ’ άλλο ρίξε στον ποταμό, να πάψουν τα ποτάμια,

το τρίτο ρίξε στη λυγερή, να ’ρθεί γυρεύοντάς σε.»

Το ’να ’ριξε στο τρίστρατο και πάψαν οι διαβάτες,…………………………… 95

τ’ άλλο ’ριξε στον ποταμό και πάψαν τα ποτάμια,

το τρίτο το φαρμακερό στης λυγερής τς αγκάλες.

Ως το είδε η κόρη εσβήστηκε, ως το είδε δαιμονίστει.

Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, την σκότισαν τα μάγια.

«Μώρ’ βάγιες μου, μώρ’ ντάντες μου, μώρ’ σκλάβες του πατρός μου, 100

ανάψτε πράσινα κεριά και κόκκινες λαμπάδες,

τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πά’ να προσκυνήσω.»

«Κυρά, τα ’ρνίθια δε λαλούν, καμπάνες δε σημαίνουν,

κι η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.»

«Μπα του πατρός μου το ψωμί στα μάτια να σας πιάκει!»………………… 105

Κι έτσι εσηκώθη μοναχή κι εβγήκε στο σκοτάδι.

Μια δούλα δεν την άφηκε κι από κοντά της πήγε.

Σαν έφτακε, σα ζύγωσε στη μέση από το δρόμο,

έχει της ήρθε ολίγο ο νούς κι αρχίνησε να λέει.

«Ποιος είδεν ήλιο από βραδίς κι άστρι το μεσημέρι,………………………… 110

ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,

ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη;»

«Εγώ είδα ν-ήλιο από βραδίς κι άστρι το μεσημέρι,

εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,

ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλοπλεμένη.»…………………………………. 115

«Θε μου, κι αν είμαι καθαρή, κι αν είμ’ εγώ παρθένα,

άστραψε και μπουμπούνιξε, να χαλαστούν τα μάγια.»

Άστραψε και μπουμπούνιξε, χαλάστηκαν τα μάγια.

Ο Κωσταντής ολονυχτίς καρτέρειγε στο σπίτι,

κι αυτού στα ξημερώματα το μαύρο του σελώνει.

«Ανάθεμα σε, μάγισσα, πού μάγια δε γνωρίζεις!»……………………………. 120

Σαν είν’ η κόρη καθαρή, τα μάγια τι σου φταίνε;

Σύρε, ξουρίσου φράγκικα και ντύσου στα γυναίκεια,

γυναίκεια και χαιρέτησε κατά την ώρα που είναι,

και πες: Είμ’ η ξαδέρφη σου από τον Αϊ-Δονάτο,

όπου πλουμί δεν ήξερα, κι ήρθα πλουμί να μάθω.»………………………….. 125

Ξουρίστηκε στα φράγκικα και ντύθηκε γυναίκεια

Κι εχτύπησε στην αργυρή πόρτα της μαυρομάτας.

«Ποιος χτύπησε στην αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;»

«Εγώ είμαι, η ξαδέρφη σου από τον Αϊ-Δονάτο,

όπου πλουμί δεν ήξερα κι ήρθα πλουμί να μάθω.»

«Καλώς ήρθ’ η ξαδέρφη μου, μα γω δε σε γνωρίζω,……………………….. 130

και πούθεν είν’ ο τόπος σου και πούθεν η γενιά μας;»

«Αλάργα είν’ ο τόπος μου κι από κοντά η γενιά μας,

κι εμείς εξεμακρύναμε κι εχάθηκε η γενιά μας,

κι εδώ με στέλνει η μάνα μου πλουμίδια να με μάθεις,……………………. 135

πλουμίδια και κεντίσματα κι απ’ ό,τι θέλει ο νους μου.»

«Μετά χαράς, ξαδέρφη μου, πλουμίδια να σε μάθω,

πλουμίδια και κεντίσματα κι απ’ ότι θέλει ο νους σου.»

Σαν άρχισε και νύχτωνε, πήρε να σκοτεινιάσει,

ο Κωσταντής σηκώθηκε τάχα πώς θε να φύγει……………………………….. 140

«Ενύχτωσε κι εβράδιασε, πήρε να σκοτεινιάσει,

πάν’ τα θεριά στις κοίτες τους, τ’ αηδόνια στις φωλιές τους,

κι εγώ το ξένο κι έρημο απόψε πού να μείνω;»

«Μην πλήσσεις, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις σκλάβες.»

«Εγώ, του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,……………………………… 145

και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις σκλάβες!»

«Μην πλήσσεις, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις δούλες.»

«Εγώ, του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,

και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις δούλες!»

«Μην πλήσσεις, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις ντάντες.»……………… 150

«Εγώ, του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,

και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις ντάντες!»

«Μην πλήσσεις, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις βάγιες.»

Εγώ, του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,

και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις βάγιες!»……………………………. 155

«Μην πλήσσεις, αξαδέρφη μου, και μένομε τα δυο μας.

Ανάψτε, βάγιες τα κεριά, μουνούχοι, τις λαμπάδες,

και στρώσετε την κλίνη μου τη λινομέταξή μου.

Βάλετε στρώμα ν-αργυρό, στρώμα μαλαματένιο,

βάλετε τα παπλώματα, τα υφάναν Ανεράδες……………………………………. 160

και τα υφαδιοπλουμίσασι του Δράκοντα οι κόρες,

και στρώστε πάτους βασιλκό, και πάτους μαντζουράνα,

και πάτους δεντρολίβανο να κοιμηθούμε αντάμα.»

Ολονυχτίς κοιμούντανε σαν δυο γλυκά αδερφάκια,

και προς τα ξημερώματα σαν τ’ άγρια πουλάκια………………………………. 165

Σαν έφεξε, ξημέρωσε, σαν ήρθε η άλλη η νύχτα,

«μάνα, άνοιξε τις πόρτες σου και δέσε τα θεριά σου,

γιατί θε νά ’ρθει, η νύφη σου, θε νά ’ρθει η μαυρομάτα.

Ολίγος ύπνος μ’ έπιασε και πάω για να πλαγιάσω,

κι οντάς θε νά ’ρθει η νύφη σου, να ’ρθείς να με ξυπνήσεις.»……………. 170

Σύρε, παιδί μου, πλάγιασε κι εγώ θα καρτερέσω,

κι όντας θε νά ’ρθει η νύφη μου θα ’ρθώ να σε ξυπνήσω.»

Κι εκείνη η σκύλα, η άνομη, δεν έκαμε όπως είπε,

μόν’ έκλεισε την πόρτα της κι έλυσε τα θεριά της,

κι έβαλε ομπρός στην ρούγα της γούρνα φαρμακωμένη…………………… 175

Επλάγιασε η Λιογέννητη στην αργυρή της κλίνη.

Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, την σκότισαν τα μάγια.

«Μώρ’ βάγιες μου, μώρ’ ντάντες μου, μώρ’ σκλάβες του πατρός μου,

ανάψτε πράσινα κεριά και κόκκινες λαμπάδες,

τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πάω να προσκυνήσω.»………………………. 180

«Κυρά, τα ’ρνίθια δε λαλούν, καμπάνες δε σημαίνουν,

κι η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.»

Μπα του πατρός μου το ψωμί στα μάτια να σας πιάκει!»

Κι έτσι εσηκώθη μοναχή κι εβήκε στο σκοτάδι.

Μια δούλα δεν την άφηκε κι από κοντά της πήγε…………………………….. 185

Σαν έφτακε, σα ζύγωσε στην μέση από το δρόμο,

εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι αρχίνησε να λέει.

«Ποιος είδεν ήλιο από βραδίς κι άστρι το μεσημέρι,

ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,

ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη;»……………………………….. 190

«Εγώ είδα ν-ήλιο από βραδίς κι άστρι το μεσημέρι,

εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,

ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.»

«Θε μου, κι αν είμαι καθαρή, κι αν είμ’ εγώ παρθένα,

άστραψε και μπουμπούνιξε να χαλαστούν τα μάγια.»……………………….. 195

Δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια.

Κι αρχίνησε κι εκτύπαγε του Κωσταντή την πόρτα.

 «Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,

μ’ εβούρλισαν τα μάγια σου, κι ήρθα κατά τ’ εσένα.»

«Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγκούρα,………………………………… 200

και πιε νερό της γούρνας μου, κι ύστερα να σ’ ανοίξω.»

 «Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας εγγόνι,

μ’ εβούρλισαν τα μάγια σου, κι ήρθα κατά τ’ εσένα.»

«Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγκούρα

και πιε νερό της γούρνας μου, κι ύστερα να σ’ ανοίξω.»…………………… 205

«Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,

μ’ εβούρλισαν τα μάγια σου, κι ήρθα κατά τ’ εσένα.»

«Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγκούρα,

και πιε νερό της γούρνας μου, κι ύστερα να σ’ ανοίξω.»

Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα την μαγκούρα,………………………………… 210

κι έπιε της γούρνας το νερό κι έσκασε σαν το ψάρι.

Κι αυτού στα ξημερώματα ο Κωσταντής ξυπνάει.

«Μάνα, δεν ήρθε η νύφη σου, δεν ήρθε η μαυρομάτα;»

«Γιε μου, δεν ήρθε η νύφη μου, δεν ήρθε η μαυρομάτα.»

Σαν εκατέβη ο Κωσταντής, σαν άνοιξε την πόρτα,…………………………… 215

σαν είδε τη Λιογέννητη στο δρόμο ξαπλωμένη,

ψιλή φωνίτσαν έβγαλε, ψιλή φωνίτσα βγάζει.

«Σαν ήθελες, μανούλα μου να ’χεις και γιο και νύφη,

όντας σου πρωτοχτύπησε, ας είχες της ανοίξει.»

Χρυσό μαχαίριν έβγαλε απ’ αργυρό φηκάρι,…………………………………… 220

στον ουρανό το πέταξε, μέσ’ στην καρδιά του πάει.

 

Του Νεκρού Αδελφού

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,

την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,

την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!

Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,

στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.

Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,

να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.

Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.

«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,

10 στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,

αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.

– Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.

Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,

κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;

15 – Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,

αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,

αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

 

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,

κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι

20 κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,

βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.

Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,

στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.

«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,

25 οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!

Το τάξιμο που μου ’ταξες, πότε θα μου το κάμεις;

Τον ουρανό ’βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,

αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».

Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,

30 η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.

Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,

και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

 

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.

Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.

35 Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:

«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.

– Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;

Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ’ρθω,

κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ’ρθω.

40 – Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».

Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.

 

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,

δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,

μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:

45 «Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!

– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;

– Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».

Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:

«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,

50 να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!

– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;

Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.

– Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.

– Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.

55 – Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αϊ-Γιάννη,

κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».

Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:

«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,

τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»

60 Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.

«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;

– Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ο,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.

– Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,

και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;

65 – Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

 

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν.

Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.

Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.

Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.

70 Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα

βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,

βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.

Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,

και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.

75 Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.

«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,

κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,

κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.

– Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.

80 – Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;

– Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

 

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

 

Του Μαυριανού και της αδερφής του

Εδά τραπέζιν όμορφο, με καμουχά στρωμένο.

Ο βασιλιάς κι ο Μαυριανός κι ο Μικροκωσταντίνος

αντάμα τρώγαν κι έπιναν στου πλάτανου την ρίζα.

Κι αθιβολές δεν είχανε κι αθιβολές έφεραν

απάνω για τις όμορφες και για τις τιμημένες…………………………………… 5

Εκεί έφερε κι ο Μαυριανός παίνεμα τς αδερφής του.

«Ωσάν το ρόδο τ’ ανοιχτό, το μανουσάκι τ’ άσπρο,

έχω κι εγώ μιαν αδερφή, μ’ αλήθεια δεν πλανιέται.»

Κι ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε γυρίζει και του λέει.

«Αν την πλανέσω, Μαυριανέ, τι στοίχημα θα χάσεις;»……………………… 10

«Αν την πλάνεσεις, βασιλιά, πάρε μου το κεφάλι,

μα πάλι κι α δεν πλανεθεί, τι είναι το στοίχημα σου;»

«Βάνω το βασιλίκι μου με την χρυσή κορώνα.»

Εννιά μουλάρια εφόρτωσεν ασήμι και λογάρι,

της Αρετής τα προβοδά με τον επιστολάρη…………………………………….. 15

«Καλό στο νιο που τα ’φερε, να ζήσει όπου τα στέλνει,

ο Μαυριανός να α’ναι καλά και θα τα ξαντιμέψει.»

Ο ρήγας που σ’ αγάπησε ξαντίμεμα δε θέλει,

μόν’ τα στείλε για να σε ιδεί, δυο λόγια να σου κρίνει.»

Άμε, χαιρέτα μού τονε, κι όποτε θέλει ας έρθει.»…………………………….. 20

Άκουσε η κόρη τους σκοπούς, την πονηριά γνωρίζει,

τα χέρια της κάνει σταυρό στης βάγιας της πηγαίνει.

«Εσύ είσαι, βάγια, η μάνα μου, εσύ είσαι κι η αδερφή μου,

εσύ πρωταξαδέρφη μου, τώρα να με τίμησες.

Έλα, βάγια μου, συ κυρά, κι εγώ βάγια δική σου,……………………………. 25

έμπα, βάγια, στην κάμαρη, κι εγώ στο μαγερειό σου,

τα ρούχα μου τα νυφικά εσένα να τα δώσω,

την κλίνη μου την νυφικιά εσένα να την στρώσω,

κι ό,τι σού κάνει ο βασιλιάς όλα να τα ’πομείνεις,

το χάρισμα του βασιλιά δικό σου ν’ απομείνει.»………………………………. 30

«Εγώ βάγια γεννήθηκα και βάγια θα πεθάνω

και βάγια θα τον αρνηστώ τον κόσμο τον απάνω.»

Σταυρό δένει τα χέρια της στην δούλα της πηγαίνει.

«Δούλα χρυσή, δούλα αργυρή, δούλα μ’ αγαπημένη,

για βγάλε συ τα ρούχα σου και βάλε τα δικά μου,……………………………. 35

και σύρε νύχτα πλάγιασε στην ιδική μου κλίνη,

βραδύ θε νά ’ρθει ο βασιλιάς να κοιμηθείτε αντάμα.»

«Εγώ δούλα γεννήθηκα κι ό,τι μου πεις θα κάμω,

δώ’ μου, κυρά, τα ρούχα σου και πάρε τα δικά μου.»

Παίρνει η κυρά τα ρούχα της και βάνει τα δικά της,………………………….. 40

της δένει την πλεξούδα της με το μαργαριτάρι,

της βάνει και στο δάχτυλο ν-όμορφο δαχτυλίδι,

της στρώνει το κρεβάτι της με τα χρυσά σεντόνια,

και βάνει για προσκέφαλο τ’ άστρα με το φεγγάρι.

«Δούλα, κι αν είσαι δούλα μου κι αν είμαι εγώ δική σου,…………………. 45

ό,τι σου κάμει ο βασιλιάς, όλα να τα ’πομείνεις,

κι α σου μιλήσει, μη μιλείς, κι αν κρίνει, μην του κρίνεις.»

Ακόμη ο λόγος έστεκε κι ο βασιλιάς προβαίνει,

με σείσμα και με λύγισμα την σκάλα ν-ανεβαίνει,

κι από το χέρι την αρπά, στην κάμερα την βάνει………………………………. 50

Από βραδίς επαίζανε με γέλια, με κανάκια,

και μέσα στα μεσάνυχτα και τις γλυκές αυγίτσες,

της παίρνει από το δάχτυλο τ’ ώριο το δαχτυλίδι,

κόβει και την πλεξούδα της με το μαργαριτάρι,

και παίρνει τα και βάνει τα σ’ ολόχρυσο μαντήλι……………………………… 55

Και την αυγή χαρούμενος στο φόρο κατεβαίνει.

«Γεια σας, χαρά σας, άρχοντες κι όλο τ’ αρχοντολόγι.

Πού είν’ αυτός ο Μαυριανός, ο πολυπαινεσιάρης,

πο’ ’χει την τίμια ν-αδερφή, π’ αλήθεια δεν πλανιέται;……………………… 60

Εδώ είναι τα σημάδια μου, εδώ κι η απόφαση μου.»

Επήρανε το Μαυριανό να πά’ να τον κρεμάσουν.

«Φέρτε την αδερφούλα μου για την απόφαση μου.»

Μαντάτα πάνε κι έρχουνται στης Αρετής την πόρτα,

στο φόρο για να κατεβεί, τι ο Μαυριανός χαλιέται.

Εντύθηκε, στολίστηκε, στο φόρο κατεβαίνει…………………………………… 65

Χίλιοι κρατούν το φόρεμα, χίλιοι τον καμουχά της,

τριακόσιοι το μαγνάδι της, να μην την κάψει ο ήλιος.

«Γεια σας, χαρά σας, άρχοντες κι όλο τ’ αρχοντολόγι.

Αυτόνε με τα κόκκινα ποτέ μου δεν τον είδα.»

«Δε μ’ είδες, δε με γνώρισες, μια χιλιοπομπεμένη,…………………………. 70

που ψες εβραδιαστήκαμε σ’ ένα προσκεφαλάδι;

Από βραδίς επαίζαμε με γέλια, με κανάκια,

και μέσα στα μεσάνυχτα και τις γλυκιές αυγίτσες,

της κόβω την πλεξούδα της με το μαργαριτάρι,

της παίρνω από το δάχτυλο τ’ ώριο το δαχτυλίδι.»…………………………… 75

Σειέται, λυγιέται η λυγερή, γεμίζει η γης λουλούδια.

«Ποιανής λείπει η πλεξούδα της με το μαργαριτάρι;»

Και πάλι ματασείστηκε, γεμίζει η γης ζαφείρια.

«Ποιανής από το δάχτυλο λείπει το δαχτυλίδι;

Για ιδέτε, σεις οι άρχοντες κι όλο τ’ αρχοντολόγι,……………………………. 80

λείπει το δαχτυλίδι μου και τα σγουρά μαλλιά μου

ή λείπει από τα μάγουλα η ροδοκοκκινάδα;

Ετότες να τον πνίξετε το Μαυριανό στη φούρκα,

κι εμέ τρίδιπλη βάλετε εις το λαιμό καδένα.

Μα σένα δε σου πρέπει πιο να ’χεις το βασιλίκι………………………………. 85

Με την δουλεύτρα μου έπεσες και δούλος μου λογάσαι,

και πάρε το μουλάρι μας να πας να φέρεις ξύλα.»

 

Η μάνα η φόνισσα

Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάει λαφοκυνήγι,

εκίνησε κι ο Κωσταντής στο δάσκαλο να πάει,

το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρει.

Βρίσκει την πόρτα ν-ανοιχτή, την πόρτα ν-ανοιγμένη,

βρίσκει την μάνα του αγκαλιά με ξένο παλικάρι………………………………. 5

«Ας είναι, ας είναι, μάνα μου, κι α δε σ’ ομολογήσω,

κι α δεν το πω τ’ αφέντη μου, ν’ άδικοθανατίσω.»

«Τι είδες, μωρέ, και τι θα πεις και τι θα μολογήσεις;»

«Καλό είδα γω, καλό θα ειπώ, καλό θα μολογήσω,

κακό είδα γω, κακό θα ειπώ, κακό θα μολογήσω.»………………………….. 10

Και με το μόσκο το πλανά και με τα λεφτοκάρυα,

και στο κελάρι το ’μπασε και σαν τ’ αρνί το σφάζει,

σα μακελάρης φυσικός του βγάζει το συκώτι.

Σ’ εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε,

και πάλε το ξανάπλυνε και πάλι ν-αίμα στάζει…………………………………. 15

και στο τηγάνι το ’βαλε για να το τηγανίσει.

Και να σου κι ο ’Ανδρόνικος στους κάμπους καβαλάρης,

βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τ’ άρματά του,

φέρνει τα λάφια ζωντανά, τ’ αγρίμια μερωμένα,

φέρνει κι ένα αλαφόπουλο του Κωσταντή παιχνίδι…………………………… 20

Κοντοκρατεί το μαύρο του και τήνε χαιρετάει.

«Γεια σου, χαρά σου, ποθητή, και πού ’ναι ο Κωσταντής μας;»

«Τον έλουσα, τον άλλαξα, και στο σκολειό τον πήγα.»

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του και στο σκολειό πηγαίνει.

«Δάσκαλε, πού ’ναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μου;»………….. 25

«Δυο μέρες έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω.»

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του, στο σπίτι του πηγαίνει.

«Γυναίκα, πού είναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μας;»

«Στης πεθεράς μου το ’στειλα, κι όπου κι αν είναι θά ’ρθει.»

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του, στης μάνας του πηγαίνει……………………… 30

«Μάνα μου, πού είναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μου;»

«Έχω δυο μέρες να το ιδώ και τρεις να το φιλήσω,

κι α δεν το ιδώ ως το βραδύ θε να παραλοήσω.»

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του στο σπίτι του πηγαίνει.

«Σκύλα, και πού είν’ ο Κωσταντής, ο μικροκωσταντίνος;»……………….. 35

«Κάπου παιγνίδι ν-εύρηκε και θέλα παιγνιδίζει.»

«Γυναίκα, βάλε μου να φάω, να φάω να γεματίσω,

να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,

να πάω να βρω τον Κωσταντή, το φύτρο της καρδάς μου.»

Το συκωτάκι του ’βαλε σ’ ένα ασημένιο πιάτο………………………………… 40

Πρώτη μπουκιά ν-οπού ’βαλε το συκωτάκι πήρε,

το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει.

«Αν είσαι σκύλος, φάε με, κι Οβριός απέταξέ με,

κι αν είσαι κι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με.»

Και την μπουκιά του απέλυσε, τρογύρω του κοιτάει,……………………….. 45

εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του,

τα δάκρυα τρέξαν ποταμός, κι εκόντεψε να πέσει.

Μα ν-αντρειώθη κι έσυρε το δαμασκί σπαθί του,

και στο λαιμό τής το βαλε, της κόβει το κεφάλι·

λιανά λιανά την έκοψε, στον ήλιο την απλώνει,……………………………….. 50

κι από τον ήλιο στο σακί, κι απ’ το σακί στο μύλο.

Κι ο μύλος εξεράλεθε κι η φτερωτή ετραγούδα.

«Άλεθε, μύλο μου, άλεθε κακής κούρβας κεφάλι,

κάνε τ’ αλεύρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη,

για να ’ρχουνται οι γραμματικοί να παίρνουν για μελάνι,………………….. 55

για να ’ρχουνται κι οι όμορφες να παίρνουν κοκκινάδι.»

Περιήγηση ἄρθρων