Ποιητική Αλήθεια

"Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια"

Ἀρχεῖο γιὰ τὴν κατηγορία “Ρένος Αποστολίδης”

Αφιέρωμα στον μεγάλο δάσκαλο Ρένο Αποστολίδη. Θα μιλήσουν για τη ζωή και το έργο του οι φίλοι του.

  

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΔΑΣΚΑΛΟ ΡΕΝΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ. ΘΑ ΜΙΛΗΣΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012 | 7:00 μ.μ. | στο Free Thinking Zone (http://freethinkingzone.gr/)
Skoufa 64 str & Grivaion, 10680 Athens, Greece

Advertisements

Ρένος Αποστολίδης – Αγνώστω Θεώ

 

Βρέθηκα σε μια εκκλησιά που δεν ξέρω ποιος θεός λατρευόταν. Καλά καλά δεν ξέρω πώς βρέθηκα. Ούτε τους τοίχους της – κι ωστόσο πελώριος, πανύψηλους, στον ουρανό – καλοδιάκρινα. Δεν είμαι βέβαιος καν αν είχε τοίχους ορατούς. Μα υπήρξα μάρτυρας της λειτουργίας. Όλη τελέστηκε μπρος μου, σ’ όλη της τη δόξα και την υπέργεια έξαρση. Ο θεός της πέθαινε. Στο πέρας της λειτουργίας θεός πια δεν θα υπήρχε. Και τελούσαν αυτό οι ιεροί λειτουργοί της. Μια μακραίωνη ιστορία πίσω υπήρχε – πίσω ο θεός υπήρχε, εφεξής δεν θα υπήρχε πια.

Την αλήθεια την είχε ο ίδιος προστάξει, ο ίδιος είχε βεβαιώσει το θάνατό του. Ο ίδιος είχε δείξει τον ήλιο της ανατολής της πρώτης μέρας στον κόσμο δίχως θεό. Παρά ταύτα ήταν μια λειτουργία. Παρά ταύτα το τυπικό της έπειθε. Ρίγη πίστεως συγκλόνιζαν τους ευσεβείς της. Μόνο που ο θεός πέθαινε, ξεψύχαγε μπρος τους με βεβαιότητα, παράδινε την πνοή στους ανέμους, στο χώρο τον δίχως θεό πια, στον άδειο χώρο. Κι ωστόσο, στον άδειο χώρο η λειτουργία υψώνονταν. Κι η λειτουργία αρκούσε, γίνονταν αυθύπαρκτη, αυτοδύναμη.

Ο θεός ο ίδιος πέθαινε μα οι μήτρες οι χρυσόδετες των ιερουργών τον υποχρεώναν. Είδα με τα μάτια μου το θεό να εκλιπαρεί να τον αφήσουν ήσυχο να πεθάνει. Μα η ασθενική πια μιλιά του χάνονταν μες την ιερουργία. Τα ορατόρια ανατείνονταν – ‘ο θεός πέθανε!’ – κι ο θεός ψιθύριζε ‘σιγότερα, σιγότερα, δεν πέθανε ακόμα ο θεός μα πεθαίνει, αφήστε τον εν ηρεμία’. ‘Όχι, ο θεός πέθανε!’ αντέτειναν τα ορατόρια κι ο θεός κυβερνούσε στυλωμένος ακούσια στο θόλο με τη φωνή τους. Πλησίασα τους ιερείς, φώναξα, είπα πως ο θεός πεθαίνει, αφήστε τον εν ηρεμία, μα στάθηκε αδύνατο. Όλο ήταν μες το τυπικό. Ακόμα και ο θεός που διαμαρτύρεται, δήθεν σα να διαμαρτύρεται, δήθεν σα να πεθαίνει. ‘Μα ο θεός πεθαίνει, αλήθεια πεθαίνει!’ φώναξα. ‘Ο θεός πεθαίνει! Ο θεός πεθαίνει!’ τραγούδησαν, σαν από μέσα απ’ το στόμα μου μάλιστα, δοξαστικά στο μέλος του ‘Ο θεός νικά!’. Έτρεξα στο θεό, τον ψαχούλεψα να βεβαιωθώ ξανά πως πεθαίνει, πως δεν τελετουργεί.

Τα πάντα, κι η μυρουδιά, με βεβαίωναν πως πεθαίνει, πέθανε κιόλας! Τώρα, μάλιστα, τα ορατόρια υψώνονταν κατ’ εξοχήν δοξαστικά. Κι όλοι πήραν από ένα κομμάτι του, διαμέλισαν το πτώμα του κι έλαβαν κι έστω από μια μπουκιά της πτωμαΐνης του. Οι γυναίκες κοιμήθηκαν μ’ αυτήν, έκαναν έρωτα, συνέλαβαν μ’ αυτήν, οι άντρες μ’ αυτήν, αυτήν ερωτεύτηκαν, μ’ αυτήν έσπειραν, τα παιδιά μ’ αυτήν έπαιξαν ξανά τις αρχαίες αμάδες. Ο θεός πέθανε, αυτή ήταν η λειτουργία, η μεγάλη του δόξα, η αιώνια δόξα του πτώματός του. Είδα τις μήτρες να φεύγουν, να χάνονται, τους τοίχους της εκκλησιάς να γίνονται αόρατοι, το ορατόριο να θαμπώνει, να σβήνει. Μα γύρω μου ο ορίζοντας έλαμπε πυρφόρος.

 

 

Ο Ρένος Αποστολίδης απαγγέλει τη “Λιογέννητη”

Η Λιογέννητη είναι ένα τραγούδι του ακριτικού κύκλου. Εδώ το απαγγέλει ο Ρένος Αποστολίδης.
Η Μουσική είναι του Βάγκνερ.

Ο Κωσταντής ο ομορφονιός, ο μικροκωσταντίνος,

μια μέρα θέλησε να βγει να λαγοκυνηγήσει,

και διάβαινε καμαρωτός απ’ την πλατιά την ρούγα.

Εκεί είδε την Λιογέννητη με τετρακόσιες σκλάβες.

Σε κρεμεζιά τριανταφυλλιά ήταν ακουμπισμένη,……………………………… 5

κι είχε τα φρύδια τορνευτά, τα μάτια σα ζαφείρι,

και στο μικρό το δάχτυλο είχε το δαχτυλίδι,

καλλιά ’λάμπε το δάχτυλο παρά το δαχτυλίδι.

Ωσάν την είδ’ ο Κωσταντής, αφήνει το κυνήγι.

Κινάει να πάει στο σπίτι του σα μήλο μαραμμένος………………………….. 10

Χωρίς θέρμη θερμάθηκε, χωρίς οριόν ερριάστη,

δίχως τον πονοκέφαλο έπεσε στο κρεβάτι.

«Μάνα, ψυχή, μάνα, καρδιά, μάνα και το κεφάλι.

Μάνα, θολά είναι τα βουνά και θαμπερό το σπίτι.»

«Γιε μου, καλά είναι τα βουνά και λαμπερό το σπίτι,………………………… 15

μα συ κορίτσιν αγαπάς κι εκείνη δεν το ξέρει.»

«Μάνα, την κόρη που είδα ’γώ, άλλος να μη την πάρει

Στείλε να κράξεις άρχοντες και μητροπολιτάδες

να πάν’ να κάμουν προξενιά, γυναίκα να την πάρω.»

Στέλνει τρακόσιους άρχοντες και μητροπολιτάδες,………………………….. 20

στέλνει τον άρχοντα Φωκά, στέλνει το Νικηφόρο,

στέλνει τον Πετροτράχηλο, που τρέμει η γης κι ο κόσμος.

Εχτύπησαν οι άρχοντες την αργυρή την πόρτα.

«Ποιος χτύπησε στην αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;»

«Ημείς είμεστε οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,…………………………… 25

ο Κωσταντής μάς έστειλε δυο λόγια να σου πούμε.»

«Ανοίξετε στους άρχοντες, στους μητροπολιτάδες!

Φέρτε τρακόσια στρώματα, φέρτε τρακόσια πεύκια,

για να καθίσουν οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,

φέρτε Μονεβασιά κρασί, να πιούν οι αντρειωμένοι.»……………………….. 30

Εμπαίνουν τότε οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,

και την ευρίσκουν κι έπλεγε τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.

Καθώς τους είδε η λυγερή επροσηκώθηκέ τους.

«Καλώς ήρθαν οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,

φάτε και πιέτε, γέροντες, κι εγώ στον ορισμό σας.»…………………………. 35

«Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε,

προξενητάδες είμαστε κι ήρθαμε να σου πούμε,

ο Κωσταντής μάς έστειλε, τ’ όμορφο παλικάρι,

αν είναι θέλημα θεού, γυναίκα να σε πάρη.»

Σαν τ’ άκουσε η Λιογέννητη ν-εχτύπησε τα γέλια……………………………. 40

«Για πείτε του του Κωσταντή, του μοσκαναθρεμμένου,

δε θέλω τον, δε χρήζω τον, δεν καταδέχομαί τον.

Σαν έρθει η μάνα μ’ απ’ την γης κι ο κύρης μ’ απ’ τον άδη,

τα δυο μ’ αδέρφια τα καλά από τον Κάτω κόσμο,

να σπείρουνε την θάλασσα σιτάρι να καρπίσει………………………………… 45

χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,

και με τ’ αργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,

κι εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ’ αλώνι,

μηδέ και τ’ άχυρο βραχεί μηδέ και το σιτάρι,

μηδέ την πάχνη τ’ αλωνιού αέρας να την πάρει,………………………………. 50

τότε κι εγώ τον Κωσταντή θα τόνε πάρω γι’ άντρα·

και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι σα μου δόξει.»

Σαν ήκουσαν οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,

τους κακοφάνηκε πολύ κι έσκυψαν το κεφάλι…………………………………. 55

Κι αυτή τότε τους έδωκε τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.

«Ορίστε την πλεξίδα μου τον εδικό σας κόπο.»

Εκίνησαν κι επήγαιναν πικροί και μαραμένοι,

κι ο Κωσταντής καρτέρειγε στην αργυρή του πόρτα.

«Καλώς ήρθαν οι άρχοντες με τα καλά τα λόγια.»

«Κακώς ήρθαν οι άρχοντες με τα κακά τα λόγια……………………………… 60

Δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δεν καταδέχεταί σε.

Σαν έρθη η μάνα τς απ’ την γης κι ο κύρης απ’ τον άδη,

τα δυο τς αδέρφια τα καλά από τον κάτω κόσμο,

να σπείρουνε την θάλασσα σιτάρι να καρπίσει,

χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο,……………………………….. 65

και με τ’ αργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν,

κι εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ’ αλώνι,

μηδέ και τ’ άχυρο βραχεί, μηδέ και το σιτάρι,

μηδέ την πάχνη τ’ αλωνιού αέρας να την πάρει,

τότε κι αυτή τον Κωσταντή θα τόνε πάρει γι’ άντρα,………………………… 70

και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι σαν της δόξει.»

Ο Κωσταντής, σαν τ’ άκουσε, μέγας καημός τον πήρε,

και ζήτησε και το’ ’δωκαν τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.

Πήγε να βρει τις μάγισσες που ξέρουν από μάγια.

Ωσάν τον είδε κι έρχονταν της μάγισσας η κόρη,…………………………….. 75

«Μάνα μ’, ο νιος οπ’ έρχεται του κάμπου καβαλάρης,

παίρνουν τα ρούχα του δροσιά και τα λυχνά του πάχνη,

παίρνουν τα πασουμάκια του ανθούς από τα δέντρα,

κι ο γύρος του προσώπου του για κόρη είναι θλιμμένος.»

«Στα μάγια εγώ γεννήθηκα, στα μάγια θα πεθάνω,…………………………… 80

κι εγώ δεν τόνε γνώρισα και συ τόνε γνωρίζεις;»

«Καλή σου μέρα, μάγισσα, με την καλή σου κόρη.

Δεν έχεις μάγια της καρδιάς και μάγια της αγάπης,

να κάμεις τη Λιογέννητη να ’ρθεί στην αγκαλιά μου;»

«Αν έχεις πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,…………………….. 85

θα κάμω τη Λιογέννητη να ’ρθεί  στην αγκαλιά σου.»

Εγώ ’χω πράμα τς αρεσιάς και πράμα του χεριού της,

εγώ ’χω την πλεξίδα της, τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.»

«Σύρε άνοιξε την πόρτα σου και δέσε τα θεριά σου,

και κάθου και καρτέρει την να ’ρθεί στην αγκαλιά σου.»………………….. 90

Και βγάνει από τον κόρφο της τρία μήλα μαραμένα.

«Το ’να ρίξε στο τρίστρατο, να πάψουν οι διαβάτες,

τ’ άλλο ρίξε στον ποταμό, να πάψουν τα ποτάμια,

το τρίτο ρίξε στη λυγερή, να ’ρθεί γυρεύοντάς σε.»

Το ’να ’ριξε στο τρίστρατο και πάψαν οι διαβάτες,…………………………… 95

τ’ άλλο ’ριξε στον ποταμό και πάψαν τα ποτάμια,

το τρίτο το φαρμακερό στης λυγερής τς αγκάλες.

Ως το είδε η κόρη εσβήστηκε, ως το είδε δαιμονίστει.

Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, την σκότισαν τα μάγια.

«Μώρ’ βάγιες μου, μώρ’ ντάντες μου, μώρ’ σκλάβες του πατρός μου, 100

ανάψτε πράσινα κεριά και κόκκινες λαμπάδες,

τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πά’ να προσκυνήσω.»

«Κυρά, τα ’ρνίθια δε λαλούν, καμπάνες δε σημαίνουν,

κι η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.»

«Μπα του πατρός μου το ψωμί στα μάτια να σας πιάκει!»………………… 105

Κι έτσι εσηκώθη μοναχή κι εβγήκε στο σκοτάδι.

Μια δούλα δεν την άφηκε κι από κοντά της πήγε.

Σαν έφτακε, σα ζύγωσε στη μέση από το δρόμο,

έχει της ήρθε ολίγο ο νούς κι αρχίνησε να λέει.

«Ποιος είδεν ήλιο από βραδίς κι άστρι το μεσημέρι,………………………… 110

ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,

ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη;»

«Εγώ είδα ν-ήλιο από βραδίς κι άστρι το μεσημέρι,

εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,

ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλοπλεμένη.»…………………………………. 115

«Θε μου, κι αν είμαι καθαρή, κι αν είμ’ εγώ παρθένα,

άστραψε και μπουμπούνιξε, να χαλαστούν τα μάγια.»

Άστραψε και μπουμπούνιξε, χαλάστηκαν τα μάγια.

Ο Κωσταντής ολονυχτίς καρτέρειγε στο σπίτι,

κι αυτού στα ξημερώματα το μαύρο του σελώνει.

«Ανάθεμα σε, μάγισσα, πού μάγια δε γνωρίζεις!»……………………………. 120

Σαν είν’ η κόρη καθαρή, τα μάγια τι σου φταίνε;

Σύρε, ξουρίσου φράγκικα και ντύσου στα γυναίκεια,

γυναίκεια και χαιρέτησε κατά την ώρα που είναι,

και πες: Είμ’ η ξαδέρφη σου από τον Αϊ-Δονάτο,

όπου πλουμί δεν ήξερα, κι ήρθα πλουμί να μάθω.»………………………….. 125

Ξουρίστηκε στα φράγκικα και ντύθηκε γυναίκεια

Κι εχτύπησε στην αργυρή πόρτα της μαυρομάτας.

«Ποιος χτύπησε στην αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;»

«Εγώ είμαι, η ξαδέρφη σου από τον Αϊ-Δονάτο,

όπου πλουμί δεν ήξερα κι ήρθα πλουμί να μάθω.»

«Καλώς ήρθ’ η ξαδέρφη μου, μα γω δε σε γνωρίζω,……………………….. 130

και πούθεν είν’ ο τόπος σου και πούθεν η γενιά μας;»

«Αλάργα είν’ ο τόπος μου κι από κοντά η γενιά μας,

κι εμείς εξεμακρύναμε κι εχάθηκε η γενιά μας,

κι εδώ με στέλνει η μάνα μου πλουμίδια να με μάθεις,……………………. 135

πλουμίδια και κεντίσματα κι απ’ ό,τι θέλει ο νους μου.»

«Μετά χαράς, ξαδέρφη μου, πλουμίδια να σε μάθω,

πλουμίδια και κεντίσματα κι απ’ ότι θέλει ο νους σου.»

Σαν άρχισε και νύχτωνε, πήρε να σκοτεινιάσει,

ο Κωσταντής σηκώθηκε τάχα πώς θε να φύγει……………………………….. 140

«Ενύχτωσε κι εβράδιασε, πήρε να σκοτεινιάσει,

πάν’ τα θεριά στις κοίτες τους, τ’ αηδόνια στις φωλιές τους,

κι εγώ το ξένο κι έρημο απόψε πού να μείνω;»

«Μην πλήσσεις, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις σκλάβες.»

«Εγώ, του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,……………………………… 145

και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις σκλάβες!»

«Μην πλήσσεις, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις δούλες.»

«Εγώ, του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,

και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις δούλες!»

«Μην πλήσσεις, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις ντάντες.»……………… 150

«Εγώ, του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,

και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις ντάντες!»

«Μην πλήσσεις, αξαδέρφη μου, και μένεις με τις βάγιες.»

Εγώ, του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι,

και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις βάγιες!»……………………………. 155

«Μην πλήσσεις, αξαδέρφη μου, και μένομε τα δυο μας.

Ανάψτε, βάγιες τα κεριά, μουνούχοι, τις λαμπάδες,

και στρώσετε την κλίνη μου τη λινομέταξή μου.

Βάλετε στρώμα ν-αργυρό, στρώμα μαλαματένιο,

βάλετε τα παπλώματα, τα υφάναν Ανεράδες……………………………………. 160

και τα υφαδιοπλουμίσασι του Δράκοντα οι κόρες,

και στρώστε πάτους βασιλκό, και πάτους μαντζουράνα,

και πάτους δεντρολίβανο να κοιμηθούμε αντάμα.»

Ολονυχτίς κοιμούντανε σαν δυο γλυκά αδερφάκια,

και προς τα ξημερώματα σαν τ’ άγρια πουλάκια………………………………. 165

Σαν έφεξε, ξημέρωσε, σαν ήρθε η άλλη η νύχτα,

«μάνα, άνοιξε τις πόρτες σου και δέσε τα θεριά σου,

γιατί θε νά ’ρθει, η νύφη σου, θε νά ’ρθει η μαυρομάτα.

Ολίγος ύπνος μ’ έπιασε και πάω για να πλαγιάσω,

κι οντάς θε νά ’ρθει η νύφη σου, να ’ρθείς να με ξυπνήσεις.»……………. 170

Σύρε, παιδί μου, πλάγιασε κι εγώ θα καρτερέσω,

κι όντας θε νά ’ρθει η νύφη μου θα ’ρθώ να σε ξυπνήσω.»

Κι εκείνη η σκύλα, η άνομη, δεν έκαμε όπως είπε,

μόν’ έκλεισε την πόρτα της κι έλυσε τα θεριά της,

κι έβαλε ομπρός στην ρούγα της γούρνα φαρμακωμένη…………………… 175

Επλάγιασε η Λιογέννητη στην αργυρή της κλίνη.

Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, την σκότισαν τα μάγια.

«Μώρ’ βάγιες μου, μώρ’ ντάντες μου, μώρ’ σκλάβες του πατρός μου,

ανάψτε πράσινα κεριά και κόκκινες λαμπάδες,

τι εσήμανε η Παντάνασσα, να πάω να προσκυνήσω.»………………………. 180

«Κυρά, τα ’ρνίθια δε λαλούν, καμπάνες δε σημαίνουν,

κι η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.»

Μπα του πατρός μου το ψωμί στα μάτια να σας πιάκει!»

Κι έτσι εσηκώθη μοναχή κι εβήκε στο σκοτάδι.

Μια δούλα δεν την άφηκε κι από κοντά της πήγε…………………………….. 185

Σαν έφτακε, σα ζύγωσε στην μέση από το δρόμο,

εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι αρχίνησε να λέει.

«Ποιος είδεν ήλιο από βραδίς κι άστρι το μεσημέρι,

ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,

ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη;»……………………………….. 190

«Εγώ είδα ν-ήλιο από βραδίς κι άστρι το μεσημέρι,

εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,

ξεσκούφωτη, ξυπόλυτη και ξεμαλλοπλεμένη.»

«Θε μου, κι αν είμαι καθαρή, κι αν είμ’ εγώ παρθένα,

άστραψε και μπουμπούνιξε να χαλαστούν τα μάγια.»……………………….. 195

Δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια.

Κι αρχίνησε κι εκτύπαγε του Κωσταντή την πόρτα.

 «Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,

μ’ εβούρλισαν τα μάγια σου, κι ήρθα κατά τ’ εσένα.»

«Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγκούρα,………………………………… 200

και πιε νερό της γούρνας μου, κι ύστερα να σ’ ανοίξω.»

 «Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας εγγόνι,

μ’ εβούρλισαν τα μάγια σου, κι ήρθα κατά τ’ εσένα.»

«Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγκούρα

και πιε νερό της γούρνας μου, κι ύστερα να σ’ ανοίξω.»…………………… 205

«Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,

μ’ εβούρλισαν τα μάγια σου, κι ήρθα κατά τ’ εσένα.»

«Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα τη μαγκούρα,

και πιε νερό της γούρνας μου, κι ύστερα να σ’ ανοίξω.»

Ροκάνισε το σίδερο, σα σκύλα την μαγκούρα,………………………………… 210

κι έπιε της γούρνας το νερό κι έσκασε σαν το ψάρι.

Κι αυτού στα ξημερώματα ο Κωσταντής ξυπνάει.

«Μάνα, δεν ήρθε η νύφη σου, δεν ήρθε η μαυρομάτα;»

«Γιε μου, δεν ήρθε η νύφη μου, δεν ήρθε η μαυρομάτα.»

Σαν εκατέβη ο Κωσταντής, σαν άνοιξε την πόρτα,…………………………… 215

σαν είδε τη Λιογέννητη στο δρόμο ξαπλωμένη,

ψιλή φωνίτσαν έβγαλε, ψιλή φωνίτσα βγάζει.

«Σαν ήθελες, μανούλα μου να ’χεις και γιο και νύφη,

όντας σου πρωτοχτύπησε, ας είχες της ανοίξει.»

Χρυσό μαχαίριν έβγαλε απ’ αργυρό φηκάρι,…………………………………… 220

στον ουρανό το πέταξε, μέσ’ στην καρδιά του πάει.

 

Του Νεκρού Αδελφού

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,

την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,

την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!

Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,

στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.

Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,

να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.

Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.

«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,

10 στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,

αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.

– Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.

Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,

κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;

15 – Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,

αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,

αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

 

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,

κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι

20 κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,

βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.

Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,

στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.

«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,

25 οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!

Το τάξιμο που μου ’ταξες, πότε θα μου το κάμεις;

Τον ουρανό ’βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,

αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».

Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,

30 η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.

Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,

και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

 

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.

Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.

35 Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:

«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.

– Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;

Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ’ρθω,

κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ’ρθω.

40 – Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».

Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.

 

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,

δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,

μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:

45 «Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!

– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;

– Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».

Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:

«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,

50 να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!

– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;

Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.

– Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.

– Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.

55 – Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αϊ-Γιάννη,

κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».

Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:

«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,

τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»

60 Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.

«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;

– Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ο,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.

– Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,

και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;

65 – Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

 

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν.

Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.

Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.

Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.

70 Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα

βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,

βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.

Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,

και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.

75 Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.

«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,

κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,

κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.

– Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.

80 – Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;

– Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

 

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

 

Του Μαυριανού και της αδερφής του

Εδά τραπέζιν όμορφο, με καμουχά στρωμένο.

Ο βασιλιάς κι ο Μαυριανός κι ο Μικροκωσταντίνος

αντάμα τρώγαν κι έπιναν στου πλάτανου την ρίζα.

Κι αθιβολές δεν είχανε κι αθιβολές έφεραν

απάνω για τις όμορφες και για τις τιμημένες…………………………………… 5

Εκεί έφερε κι ο Μαυριανός παίνεμα τς αδερφής του.

«Ωσάν το ρόδο τ’ ανοιχτό, το μανουσάκι τ’ άσπρο,

έχω κι εγώ μιαν αδερφή, μ’ αλήθεια δεν πλανιέται.»

Κι ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε γυρίζει και του λέει.

«Αν την πλανέσω, Μαυριανέ, τι στοίχημα θα χάσεις;»……………………… 10

«Αν την πλάνεσεις, βασιλιά, πάρε μου το κεφάλι,

μα πάλι κι α δεν πλανεθεί, τι είναι το στοίχημα σου;»

«Βάνω το βασιλίκι μου με την χρυσή κορώνα.»

Εννιά μουλάρια εφόρτωσεν ασήμι και λογάρι,

της Αρετής τα προβοδά με τον επιστολάρη…………………………………….. 15

«Καλό στο νιο που τα ’φερε, να ζήσει όπου τα στέλνει,

ο Μαυριανός να α’ναι καλά και θα τα ξαντιμέψει.»

Ο ρήγας που σ’ αγάπησε ξαντίμεμα δε θέλει,

μόν’ τα στείλε για να σε ιδεί, δυο λόγια να σου κρίνει.»

Άμε, χαιρέτα μού τονε, κι όποτε θέλει ας έρθει.»…………………………….. 20

Άκουσε η κόρη τους σκοπούς, την πονηριά γνωρίζει,

τα χέρια της κάνει σταυρό στης βάγιας της πηγαίνει.

«Εσύ είσαι, βάγια, η μάνα μου, εσύ είσαι κι η αδερφή μου,

εσύ πρωταξαδέρφη μου, τώρα να με τίμησες.

Έλα, βάγια μου, συ κυρά, κι εγώ βάγια δική σου,……………………………. 25

έμπα, βάγια, στην κάμαρη, κι εγώ στο μαγερειό σου,

τα ρούχα μου τα νυφικά εσένα να τα δώσω,

την κλίνη μου την νυφικιά εσένα να την στρώσω,

κι ό,τι σού κάνει ο βασιλιάς όλα να τα ’πομείνεις,

το χάρισμα του βασιλιά δικό σου ν’ απομείνει.»………………………………. 30

«Εγώ βάγια γεννήθηκα και βάγια θα πεθάνω

και βάγια θα τον αρνηστώ τον κόσμο τον απάνω.»

Σταυρό δένει τα χέρια της στην δούλα της πηγαίνει.

«Δούλα χρυσή, δούλα αργυρή, δούλα μ’ αγαπημένη,

για βγάλε συ τα ρούχα σου και βάλε τα δικά μου,……………………………. 35

και σύρε νύχτα πλάγιασε στην ιδική μου κλίνη,

βραδύ θε νά ’ρθει ο βασιλιάς να κοιμηθείτε αντάμα.»

«Εγώ δούλα γεννήθηκα κι ό,τι μου πεις θα κάμω,

δώ’ μου, κυρά, τα ρούχα σου και πάρε τα δικά μου.»

Παίρνει η κυρά τα ρούχα της και βάνει τα δικά της,………………………….. 40

της δένει την πλεξούδα της με το μαργαριτάρι,

της βάνει και στο δάχτυλο ν-όμορφο δαχτυλίδι,

της στρώνει το κρεβάτι της με τα χρυσά σεντόνια,

και βάνει για προσκέφαλο τ’ άστρα με το φεγγάρι.

«Δούλα, κι αν είσαι δούλα μου κι αν είμαι εγώ δική σου,…………………. 45

ό,τι σου κάμει ο βασιλιάς, όλα να τα ’πομείνεις,

κι α σου μιλήσει, μη μιλείς, κι αν κρίνει, μην του κρίνεις.»

Ακόμη ο λόγος έστεκε κι ο βασιλιάς προβαίνει,

με σείσμα και με λύγισμα την σκάλα ν-ανεβαίνει,

κι από το χέρι την αρπά, στην κάμερα την βάνει………………………………. 50

Από βραδίς επαίζανε με γέλια, με κανάκια,

και μέσα στα μεσάνυχτα και τις γλυκές αυγίτσες,

της παίρνει από το δάχτυλο τ’ ώριο το δαχτυλίδι,

κόβει και την πλεξούδα της με το μαργαριτάρι,

και παίρνει τα και βάνει τα σ’ ολόχρυσο μαντήλι……………………………… 55

Και την αυγή χαρούμενος στο φόρο κατεβαίνει.

«Γεια σας, χαρά σας, άρχοντες κι όλο τ’ αρχοντολόγι.

Πού είν’ αυτός ο Μαυριανός, ο πολυπαινεσιάρης,

πο’ ’χει την τίμια ν-αδερφή, π’ αλήθεια δεν πλανιέται;……………………… 60

Εδώ είναι τα σημάδια μου, εδώ κι η απόφαση μου.»

Επήρανε το Μαυριανό να πά’ να τον κρεμάσουν.

«Φέρτε την αδερφούλα μου για την απόφαση μου.»

Μαντάτα πάνε κι έρχουνται στης Αρετής την πόρτα,

στο φόρο για να κατεβεί, τι ο Μαυριανός χαλιέται.

Εντύθηκε, στολίστηκε, στο φόρο κατεβαίνει…………………………………… 65

Χίλιοι κρατούν το φόρεμα, χίλιοι τον καμουχά της,

τριακόσιοι το μαγνάδι της, να μην την κάψει ο ήλιος.

«Γεια σας, χαρά σας, άρχοντες κι όλο τ’ αρχοντολόγι.

Αυτόνε με τα κόκκινα ποτέ μου δεν τον είδα.»

«Δε μ’ είδες, δε με γνώρισες, μια χιλιοπομπεμένη,…………………………. 70

που ψες εβραδιαστήκαμε σ’ ένα προσκεφαλάδι;

Από βραδίς επαίζαμε με γέλια, με κανάκια,

και μέσα στα μεσάνυχτα και τις γλυκιές αυγίτσες,

της κόβω την πλεξούδα της με το μαργαριτάρι,

της παίρνω από το δάχτυλο τ’ ώριο το δαχτυλίδι.»…………………………… 75

Σειέται, λυγιέται η λυγερή, γεμίζει η γης λουλούδια.

«Ποιανής λείπει η πλεξούδα της με το μαργαριτάρι;»

Και πάλι ματασείστηκε, γεμίζει η γης ζαφείρια.

«Ποιανής από το δάχτυλο λείπει το δαχτυλίδι;

Για ιδέτε, σεις οι άρχοντες κι όλο τ’ αρχοντολόγι,……………………………. 80

λείπει το δαχτυλίδι μου και τα σγουρά μαλλιά μου

ή λείπει από τα μάγουλα η ροδοκοκκινάδα;

Ετότες να τον πνίξετε το Μαυριανό στη φούρκα,

κι εμέ τρίδιπλη βάλετε εις το λαιμό καδένα.

Μα σένα δε σου πρέπει πιο να ’χεις το βασιλίκι………………………………. 85

Με την δουλεύτρα μου έπεσες και δούλος μου λογάσαι,

και πάρε το μουλάρι μας να πας να φέρεις ξύλα.»

 

Η μάνα η φόνισσα

Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάει λαφοκυνήγι,

εκίνησε κι ο Κωσταντής στο δάσκαλο να πάει,

το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρει.

Βρίσκει την πόρτα ν-ανοιχτή, την πόρτα ν-ανοιγμένη,

βρίσκει την μάνα του αγκαλιά με ξένο παλικάρι………………………………. 5

«Ας είναι, ας είναι, μάνα μου, κι α δε σ’ ομολογήσω,

κι α δεν το πω τ’ αφέντη μου, ν’ άδικοθανατίσω.»

«Τι είδες, μωρέ, και τι θα πεις και τι θα μολογήσεις;»

«Καλό είδα γω, καλό θα ειπώ, καλό θα μολογήσω,

κακό είδα γω, κακό θα ειπώ, κακό θα μολογήσω.»………………………….. 10

Και με το μόσκο το πλανά και με τα λεφτοκάρυα,

και στο κελάρι το ’μπασε και σαν τ’ αρνί το σφάζει,

σα μακελάρης φυσικός του βγάζει το συκώτι.

Σ’ εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε,

και πάλε το ξανάπλυνε και πάλι ν-αίμα στάζει…………………………………. 15

και στο τηγάνι το ’βαλε για να το τηγανίσει.

Και να σου κι ο ’Ανδρόνικος στους κάμπους καβαλάρης,

βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τ’ άρματά του,

φέρνει τα λάφια ζωντανά, τ’ αγρίμια μερωμένα,

φέρνει κι ένα αλαφόπουλο του Κωσταντή παιχνίδι…………………………… 20

Κοντοκρατεί το μαύρο του και τήνε χαιρετάει.

«Γεια σου, χαρά σου, ποθητή, και πού ’ναι ο Κωσταντής μας;»

«Τον έλουσα, τον άλλαξα, και στο σκολειό τον πήγα.»

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του και στο σκολειό πηγαίνει.

«Δάσκαλε, πού ’ναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μου;»………….. 25

«Δυο μέρες έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω.»

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του, στο σπίτι του πηγαίνει.

«Γυναίκα, πού είναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μας;»

«Στης πεθεράς μου το ’στειλα, κι όπου κι αν είναι θά ’ρθει.»

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του, στης μάνας του πηγαίνει……………………… 30

«Μάνα μου, πού είναι ο Κωσταντής και πού είναι το παιδί μου;»

«Έχω δυο μέρες να το ιδώ και τρεις να το φιλήσω,

κι α δεν το ιδώ ως το βραδύ θε να παραλοήσω.»

Φτερνιά δίνει τ’ αλόγου του στο σπίτι του πηγαίνει.

«Σκύλα, και πού είν’ ο Κωσταντής, ο μικροκωσταντίνος;»……………….. 35

«Κάπου παιγνίδι ν-εύρηκε και θέλα παιγνιδίζει.»

«Γυναίκα, βάλε μου να φάω, να φάω να γεματίσω,

να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,

να πάω να βρω τον Κωσταντή, το φύτρο της καρδάς μου.»

Το συκωτάκι του ’βαλε σ’ ένα ασημένιο πιάτο………………………………… 40

Πρώτη μπουκιά ν-οπού ’βαλε το συκωτάκι πήρε,

το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει.

«Αν είσαι σκύλος, φάε με, κι Οβριός απέταξέ με,

κι αν είσαι κι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με.»

Και την μπουκιά του απέλυσε, τρογύρω του κοιτάει,……………………….. 45

εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του,

τα δάκρυα τρέξαν ποταμός, κι εκόντεψε να πέσει.

Μα ν-αντρειώθη κι έσυρε το δαμασκί σπαθί του,

και στο λαιμό τής το βαλε, της κόβει το κεφάλι·

λιανά λιανά την έκοψε, στον ήλιο την απλώνει,……………………………….. 50

κι από τον ήλιο στο σακί, κι απ’ το σακί στο μύλο.

Κι ο μύλος εξεράλεθε κι η φτερωτή ετραγούδα.

«Άλεθε, μύλο μου, άλεθε κακής κούρβας κεφάλι,

κάνε τ’ αλεύρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη,

για να ’ρχουνται οι γραμματικοί να παίρνουν για μελάνι,………………….. 55

για να ’ρχουνται κι οι όμορφες να παίρνουν κοκκινάδι.»

Ο Ρένος Αποστολίδης διαβάζει Κωνσταντίνο Μάστρακα

Ο Ρένος Αποστολίδης με τον Κ.Μάστρακα & την Ζ.Κουντούρη συζητούν για ποίηση. Ο Ρένος διαβάζει ποιήματα του Κ.Μάστρακα. 12-2-1996 
http://www.renosapostolidis.gr

Ρένος Αποστολίδης – Ο Λοχίας της Αλλαγής

Φύλαγα σκοπός
τέσσσερες με εξ
στη χαράδρα της Ρεκά…
Θάπρεπε κιόλας νάχε χαράξει
( ίσως το ρολόι ,
ίσως τα σύννεφα και το βουνό εκείνο …)
Ψιχαλίζει…
Να μπορούσα νάγραφα ένα γράμμα
στη γυναίκα που με γέννησε κάποτε ,
χαράματα σαν τώρα …
Να της μιλούσα
για τον ήχο που κάνουν οι σταλαματιές πάνω στην καουτσουκένια κάπα
ή για τα σκίνα που τη γρατζουνάνε με τον αέρα ,
για το κρύο το μέταλλο του φακού στη δύσκολη τσέπη της χλαίνης…
…Ρέκα ! – να της πρόφερα τούτη τη λάξη :
Ρεκά ! – έτσι σκέτα , στεγνά σα ριπή που ηχεί !
Πρέπει , όπου νάναι – έπρεπε κιόλας νάχε χαράξει …Εκεί που ασπρίζει είναι χομομήλια , μαργαρίτες , αγριοάνηθα .
Τρώγονται… Μα-
Το χέρι μου ωστόσο φτάνει…
Το πρώτο άσπρο που φεγγίζει , 
μια μαργαρίτα !


Σ’ ένα γράμμα στην κοπέλα μου έγραφα :
<< … Μια μαργαρίτα αν μούλεγε πως μ’ αγαπάς,
α την ξαναρωτούσα θάλεγε
πως κιόλας θα πεθάνω δίχως
να σε ξαναδώ … >>
Χτες το μεσημέρι , στον ήλιο αυτά…


Μετά είχα ψιθυρίσει μ’ έπαρση :
– Ρώτα μιαν άλλη μαργαρίτα :
<< Θα ξημερώσει τάχα αύριο , ή όχι ; >>


Τη ρώτησα θα ξημέρωνε !
Και μια άλλη ακόμα… -γέλασα :
Η τρίτη μαργαρίτα ισχυρίστηκε
πως όχι , αύριο δε θα ξημέρωνε !
( – Τι ιδέα !… Αστείες προλήψεις ! )


΄Επειτα συλλογιόμουν – ώρα πολλή :
Πως λέει ; …<< Ουκ εκπειράσεις… >>
( << Κύριος ο Θεός μου !… >> Πούναι τον τώρα
στη χαράδρα της Ρεκά , τέσσερες με εξ ,
να κάτσει αυτός στο πόστο μου ,
να γείρω γω λιγάκι ;… )


Ρεκά…
Κι ούτε να φανεί ο Λοχίας της Αλλαγής !
( Περσότερο φοβάμαι το << είν ‘ ακόμα νωρίς >>
παρά που τρέμω το κρύο μέταλλο του φακού . )
…Τα σύννεφα φταίνε
και το βουνό
το νυχτωμένο το βουνό ,
κι αυτός ο νυχτωμένος Λοχίας της Αλλαγής :
Α υ τ ό ς !


Πάλι ψιχαλίζει …
Τ’ αποφάσισα !
( Το ρίγος απ’ το κρύο πλακέ μέταλλο
έφτασε ως τη ραχοκοκκαλιά ! >> :
5 παρά 20 !

…Τα σύννεφα , λοιπόν
και το βουνό
κι ο Λοχίας της Αλλαγής
– αυτός προπάντων ! –
που θα με σήκωνε νωρίς…
( Κλέφτες ! )


Ακόμα φεγγίζει το ίδιο θαμπά το άσπρο εκειπέρα…
( …Ουκ εκπειράσεις … >> )
… Αργεί .


Το κρύο μέταλλο έδειξε
6 και 20 !
( Τα σύννεφα το βουνό και , προπάντων , ο Λοχίας της Αλλαγής ! )
<< – Λοχία της Αλλαγής φώναξα .
Καμιά απόκριση …
<< – Λοχία της Αλλαγής ! >> ξαναφώναξα .


… Οι ώρες περνούσαν .
Το κρύο μέταλλο έδειχνε
κάθε τόσο μ’ ένα νέο ρίγος στη ράχη :
… 9 και 10 !
… 10 και 25 !
… 11 και τέτερτο !
… 11 και μισή !… 12 παρά 5′ ! η μαργαρίτα της Ρεκά ! –
12 παρά 5′ !…
Κ ‘ η Ρεκά ούρλιαζε απαίσια :
– Λοχία της Αλλαγής !
– Λ ο χ ί α τ η ς Α λ λ α γ ή ς !
– Λ ο χ ί α τ η ς Α λ λ α γ ή ς !
Η ώρα είναι Δώδεκα του Μεσημεριού ,
Λοχία της Αλλαγής !
Δώδεκα του Μεσημεριού
και δε χάραξε !

…Μα ο Λοχίας της Αλλαγής δεν έσκυβε πια πάνω απ’ τη χαράδρα της Ρεκά …
Και δεν είχε χαράξει μήτε κι όταν
τα δ ε ύ τ ε ρ α μ ε σ ά ν υ χ τ α είχαν φτάσει
στη χαράδρα εκείνη
όπου οι μαργαρίτες είχαν υβρισθεί !…


—–


Φύλαγα σκοπός στη χαράδρα της Ρεκά τέσσερες με εξ ,
πέρα κι ‘ απ’ το π ρ ι ν κι απ’ το μ ε τ ά της Μεσημβρίας ,
ε ι ς α ι ώ ν α τ ο ν ά π α ν τ α ,
δίχως Λοχία της Αλλαγής να με αντικαταστήσει ,
δίχως Λοχία της Αλλαγής να του προσευχηθώ ,
στ ‘ όνομά του ,
στ ‘ όνομα της γυναίκας που με γέννησε κάποια χαράματα ,
στ’ όνομα εκείνης που δε διέψευδε ποτέ όσες μαργαρίτες κι αν ρωτούσα :
– Λοχία της Αλλαγής
σκύψε απόψε
στη χαράδρα της Ρεκά ,
κ’ έλα να χαράξεις !


Λοχία της Αλλαγής ,
πότε θ’ αντικαταστήσεις
το δούλο σου ;
Πόσα μεσάνυχτα χωρούν
σ’ αυτή τη νύχτα ;


Λοχία της Αλλαγής 
στ’ ονομά σου ,
στ’ όνομα εκείνης που με γέννησε ,
στ’ όνομα εκείνων που μ’ αγαπούν ,
σου προσεύχομαι
να μην είναι
με μεσάνυχτα άπειρα
η νύχτα αυτή
που φυλάω σκοπός
τέσσερες με εξ
στη χαράδρα της Ρεκά !

Ο Ρένος Αποστολίδης διαβάζει Δημοτική ποίηση

“Τ’αντρειωμένου τ’άρματα” Ακούστε ΕΔΩ

“Ο Τσαμαδός και ο γιος του” Ακούστε ΕΔΩ

“Καλογριά” Ακούστε ΕΔΩ

“Της Άρτας το Γιοφύρι” Ακούστε ΕΔΩ

“Του Νεκρού Αδερφού” Ακούστε ΕΔΩ

***

Τ’ αντρειωμένου τάρματα
δεν πρέπει να πουλιώνται,
μον’ πρέπει τους στην εκκλησιά,
και κει να λειτουργιώνται

Πρέπει να κρέμουντ’ αψιλά
σ’αραχνιασμένο πύργο,
να τρώει ‘σκουριά το σίδερο
κι’ γης τον αντρειωμένο

***

Μες στ’ άη Γιωργιού τους πλάτανους γένονταν πανηγύρι,
το πανηγύρι ήταν πολύ κι ο τόπος ήταν λίγος,
δώδεκα δίπλες ο χορός, κι εξηνταδυό τραπέζια,
και χίλια ψένονται σφαχτά σ’ όλο το πανηγύρι.
Κι οι γέροντες παρακαλούν, τάζουν στον άη Γιώργη,
ο Τσαμαδός να μην ερθεί – χαλάει το πανηγύρι.

Ακόμα ο λόγος έστεκε κι ο Τσαμαδός εφάνη,
που ροβολάει οχ το βουνό κατά το πανηγύρι.
Πατεί και σειέται το βουνό, κράζει κι αχάν οι λόγγοι,
κι εκράταγε στον ώμο του δέντρο ξεριζωμένο,
κι απάνου στα κλωνάρια του θεριά είχε κρεμασμένα.
– Ώρα καλή σας, γέροντες,
— Καλό στο παληκάρι.
– Ποιός έχει αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια,
για να’βγει να παλέψουμε στο μαρμαρένιο αλώνι;
Κανείς δεν αποκρίθηκεν απ’ τους πανηγυριώτες,
της χήρας γιός εφώναξε, της χήρας ο αντρειωμένος.
– Εγώ ‘χω αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια,

για να’βγω να παλέψουμε στο μαρμαρένιο αλώνι.

Βγαίνουν κι οι δυό με τα σπαθιά και πάνε να παλέψουν.
Εκεί που επάτειε ο Τσαμαδός εβούλιαζε τ’ αλώνι.
κι εκεί που επάτειε το παιδί εβούλιαζε κι εβύθα.
Εκεί που βάρειε ο Τσαμαδός το γαίμα πάει ποτάμι,
κι εκεί που χτύπαε το παιδί, τα κόκκαλα τσακίζει.
–Κοντοκαρτέρει, βρε παιδί, κάτι να σε ρωτήσω
ποιά σκύλα μάνα σ’ έκαμε, κι ο κύρης σου ποιός ήταν;
– Η μάνα μου όταν χήρεψε δε μ’ είχε γεννημένον,
κι όμοιασα του πατέρα μου και θα τον απεράσω.
Απο το χέρι τον αρπά στης μάνας του να πάνε.
Απο μακριά τούσε θωρεί κι ετοίμασε τραπέζι.
Κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν η χήρα τους κερνούσε,
κρασί κερνάει τον Τσαμαδό, φαρμάκι το παιδί της.

***

Καλογριά έχ’ ο καλογριά έχ’ όμορφον υγιόν
όμορφο παλικάρι
τον ‘εζηλεύ’ η γειτονιά
τον εζηλεύ’ η χώρα.
Τον εζηλεύ’ κι’ μάνα του
άντρα για να τον επάρει
δεν έχει πως να του το πει
πως να τ’ομολοήσει
έλα παιδί μ’ να παίξουμε
της νύχτας τα παιχνίδια

***

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
“Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.”
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
“Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.”

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
“Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.”

Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
“Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
“Το δαχτυλίδι το ‘πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιός να μπει, και ποιός να βγει, το δαχτυλίδι νά ‘βρει;”
“Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ’ το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά ‘βρω.”
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
“Τράβα, καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα.”

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
“Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια ‘χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.”

“Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο ‘χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.”
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
“Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

***

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
– Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
– Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
το τάξιμο που μου ‘ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
– Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω.
– Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
– Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
– Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
– Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
– Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
– Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αί-Γιάννη,
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
– Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.
– Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;
– Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
– Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
– Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;
– Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

Ρένος Αποστολίδης – Μόλιστα

[…] Μόλιστα,
αν ήσουν η πατρίδα μου,
η δικιά μου η πόλη,
θα διάβαζες στα μάτια μου,
κι η βρύση δε θα σιγομουρμούριζε
τόσο λυπητερά.
Μόλιστα , Μόλιστα,
γωνιά κατοικημένη με το σλαβικό όνομα
ακραία της ερημιάς μου.
Κι όμως
ο ξένος σε αγαπούσε
εκείνο το πρωϊνό.

Ρένος Αποστολίδης , Ποιητικά γράμματα 1949

Πυραμίδα 67 – Ρένος Αποστολίδης

Αποσπάσματα από το βιβλίο:

…Με την ιδέα πως μονάχα η δικιά σου ζωή είναι δικά σου, μόνο ο δικός σου ο εαυτός είναι ο εαυτός σου, μπορείς ν’απαλλαγής απ’ την τυρρανία των μεγάλων.(Με την ίδια ιδέα απαλλάξου από κάθε λατρεία στον ηρωισμό για το αύριο και στη θυσία για ό, τι μελλοντικό!..) Δεν υπάχουν “μεγάλοι”. Άνθρωποι μόνο υπάρχουν. Κι αν εγώ δεν μπορώ να γράφω τον “Ηλίθιο” του Ντοστογιέφσκι, μήτ’ εκείνος όμως θα μπορούσε να γράψη αυτό το γράμμα, όσο ασήμαντο κι αν είναι. Κι αυτό γιατί κανένας άνθρωπος σ’ όλον το χώρο δεν μπορεί να κάνη ή να ζήση ό,τι κάνει κι όπως ζη ένας άλλος.

(Όσο για το αντικειμενικό βάρος, τη λεγόμενη “αξία”, όλων μαζί των υπαρκτών το βάρος ισούται με το μηδέν!)

…Και πάλι, λέω πως όλοι ειν’ άγγελοι, όλοι είναι καλοί – ή μήπως εγώ είμαι ο πρίγκηψ Μίσκιν; Μα δεν αλλάζει! Δε θα μπορούσε κανένας στον κόσμο νάναι ή να πλάση έναν Μίσκιν, αν δεν ήταν όλοι στο βάθος τους απέραντα καλοί! Ναι, ναι! Κάθε στιγμή το βλέπω πίσω από τα μάτια τους, πόσο απέραντα καλοί είναι όλοι. Γιατί όμως αυτό το διάστροφο παρουσίασμά τους; Αχ, δε βρήκαμε ακόμα τον τρόπο νάμαστε αυτό πούμαστε!..

…Να μπορούσα να τους κάνω όλους να νοιώσουν ακριβώς όπως είναι! Δε θα χρειαζόταν τίποτ’ άλλο! Ε ί ν α ι  ι δ α ν ι κ ο ί!

Πράξε πάντοτε έτσι που, πεθαίνοντας, νάχης το δικαίωμα να φωνάξης: τόσο μου ήταν δοσμένο

…Ποτέ δεν πρέπει με κανέναν να ενθουσιάζεσαι από φιλία. Μην ξεχνάς πως κανείς δεν έχει τη φύση του απεριόριστα κι αδόλευτα παντού. Μην ξεχνάς πως κανείς δεν μπορεί να σου γίνη τόσο δικός σου όσο τείνεις να του είσαι.

Σκέφτηκα όλη τη νύχτα αυτό πρόβλημα της προσωπικής αυτοπειθάρχησης – της προγραμματικής, της από τα πριν σε παγιωμένες προσωπικές αρχές. Κι ένοιωσα ότι το να πακτώνης την ως τώρα πείρα σου, τη σκέψη σου, τον πόθο σου, τη γεύση σου της ζωής, το να βιάζης τον εαυτό σου να υποταχτή σε σκληρά προσωπικά δόγματα, και ν’ αναθέτης έπειτα στη θεληματικότητα, την από ένα σημείο και πέρα τυφλή κι άτεγκτη τήρησή τους, δεν είναι παρά μια τάση αποφυγής του αυθυπεύθυνου! Σα να προτιμάς μιαν από σε νομοθετημένη σκλαβιά (που παραμένει, μολαταύτα μια σκλαβιά) απ’την ελευθερία, που δε γνωρίζει νόμον άλλο παρά την πάνυτα ξάγρυπνη συνείδηση του εγώ.

…Οι περίεργοι άνθρωποι…Οι φυτρωμένοι στη γη τους…Οι όχι ξεριζωμένοι…Που έχουν ένα κλειδί στην τσέπη τους και δε χρειάζεται να περπατήσουν 400 χιλιόμετρα για να φτάσουν σπίτι τους…Οι ξένοι, οι άγνωστοι άνθρωποι, που σε κοιτάν και δεν αναρωτιούνται ποιός είσαι, που πας, μήπως κλαις…Οι άνθρωποι που μόνο από αρπαχτική περιέργεια θα σε κοιτούσαν αν έλαμπε ένα αυλάκι στο μάγουλό σου και κύλαγε σιγά σιγά ένα δάκρυ!..

Δεν ξέρω: μου είναι ανάγκη να προωθήσω ως τα άκρα την ένταση της φύσης μου και την ποιότητα του μετάλλου της. Αυτό ονομάζω κι ολοκλήρωση εγώ: να εξαντλήσεις όλο το δυναμικό της ζωής πούχεις – να το εξαντλήσεις, και γι’ αυτό, έτσι, σαν αυτοαναφλεγόμενος, να πεθάνης!

Στα όσα πράξατε, ο λαός αυτός, πολύ σοφώτερός σας, πολύ ανθρωπινώτερός σας, δε σας αντέτασσε τα όπλα, που όλοι του βάζατε στα χέρια, παρά ένα τραγούδι, ένα πόνο του ανθρώπου! Δεν σας έλεγε να πάτε να πεθάνετε -καθώς τον στέλνατε σεις. Σας θύμιζε μόνο τη μάνα σας, τη δικιά σας τη μάνα, που όμοια και για σας θα πονούσε, όσο ένοχοι κι αν είσαστε! Πάνω στα υψώματα, απ’ τα μεγάφωνα των μονάδων, που ήταν στημένα για την προπαγάνδα, κι απ’ τα χωνιά τ’ αντάρτικα, που ήταν για τη “διαφώτιση”, τρία ολάκερα χρόνια, σαν τελείωναν τα διαταγμένα λόγια τους οι “επίτροποι” κ’ οι “Α2”, τραγουδούσαν οι άλλοι το ίδιο τραγούδι:
“Κάποια μάνα αναστενάζει,/ μέρα-νύχτα ανησυχεί…”
Κάθε νύχτα το ίδιο -πονεμένο, αληθινό, κλαμένο… Και κάθε μέρα, το αίμα πάλι, εξαιτίας σας.
Σας ενωχλούσε εσάς ένα τραγούδι, κ’ εμείς φορτώναμε τον αδερφό μας στα μουλάρια, και τον βλαστημούσαμε που ήταν σαν ξύλο και δε βολούσε να τον δέσουμε με την τριχιά… Σας πείραζ’ ένα τραγούδι εσάς. Μα εμείς το λέγαμε γιατί σκεφτόμαστε τη μάνα του αδερφού μας, που μας κατρακύλαγε νεκρός, μες στις χαράδρες. Σκεφτόμαστε τη μάνα του και κλαίγαμε!…

…Λίγο με νοιάζει και ο θεός κ’ η όποια “ύπαρξη” του! Για μένα ο μόνος λόγος που θ’ άξιζε να υπάρχει, θάταν αυτός: να παραστέκει πάνω απ΄τα παιδάκια και ν’ αποσοβεί τις μικρές κακότητες του τυχαίου: να μή χάνουν τα τόπια τους οι μικρούλες, να μη σπάνε οι μολυβένιοι στρατιωτάκοι, να μή χαλάει το κούρντισμα του τραίνου!… Νάναι πάνω απ’ όλους και να τους προστατεύει από τη φθορά τ’ ασήμαντα μικρά τους πράγματα: θυμητικά, δώρα από πρόσωπα αγαπημένα – όλα με όσα δένουνε συμβολικά τη ζωή τους τα εκατομμύρια παιδάκια μές στίς καρδιές των ανθρώπων! Να σώζει κάθε τρυφερή στιγμή, να παραστέκει σε κάθε εύθραυστη αγάπη, να αποσοβεί τα πάγκακα ραΐσματα, τα τυχαία, τα δίχως λόγο – να μην πληγώνουνται οι άνθρωποι, να μήν πληγώνουνται τα μικρά παιδιά!…

Μα δεν τον συνάντησα – μήτε στά τόσα χαλασμένα παιχνίδια, μήτε στα τόσα χαμένα θυμητάρια!…

 

Ρένος – Πυραμίδα 67

Ο Ρένος με τον Αντώνη Καρκαγιαννη συζητούν γιά την Πυραμίδα 67 και γιά την υποδοχή που είχε:

Ο Ρένος Αποστολίδης με τον Κώστα Γεωργουσόπουλο σχολιάζουν και αναλύουν Καβάφη (βίντεο)

Ο Ρένος με τον Κώστα Γεωργουσόπουλο σχολιάζουν και αναλύουν Καβάφη

 

 

 

 

Ο Ρένος Αποστολίδης σχολιάζει το περίφημο ποίημα του Καβάφη “Όσο μπορείς”

Ρένος :] Θα συνιστούσα αυτό το ποίημα να το μάθουν απόξω, όσο γίνεται περισσότεροι άνθρωποι, και να το ξαναδιαβάζουν, να το ξαναλένε στον εαυτό τους, όπως, να πούμε, είναι κάτι τέτοια ποιήματα – ξέρω γω – σαν το “Αν μπορείς” του Κίπλινγκ, έτσι … Αυτό… να το μάθουν απόξω και να το λένε. Λέγεται Όσο μπορείς :

Κι ἂν δὲν μπορῆς νὰ κάμῃς τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τοὐλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μήν τὴν ἐξευτελίζῃς
μές στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μές στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.
Μήν τὴν ἐξευτελίζῃς πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ’ εκθέτοντάς την
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία –
ὥσπου νὰ γίνῃ σὰ μιὰ ξένη, φορτικὴ.
Ρένος :] Προσέχετε τι λέει; Και σκεφτείτε τη ζωή μας, τη δικιά μας, τη ζωή των κοινωνιών των συγχρόνων, τη ζωή των εκδηλώσεων…
Όλοι πολλοί μαζί… στέκουν όρθιοι, λένε λόγια… τούτο… κείνο… τάχα αγαπιούνται… φιλιούνται — φιλάν τον αέρα, δεξιά κι αριστερά απ’ τα μάγουλα ο καθένας, κανένας δε φιλάει πράγματι τα μάγουλα, κανένας δε φιλάει πράγματι το στόμα, κανένας δεν επιθυμείπράγματι όσο λέει πως επιθυμεί τον άλλο, “Α!…τι ωραία που σε είδα!…”
Αυτή είναι η πολλή συνάφεια του κόσμου, οι πολλές κινήσεις κι ομιλίες, κι όλη αυτή η ψευτιά, το θέατρο… – η οποία, λέει, εξευτελίζει τη ζωή… την εκθέτει… στην καθημερινήν ανοησία των σχέσεων και των συναναστροφών.
Εδώ δείχνεται ο πράγματι – θα έλεγα – επαναστατικός Καβάφης, προσωπικά επαναστατικός, – γιατί δεν ξέρω αν επανάσταση είναι η φωνή…, η επίθεση…, η μάχη… και μήπως είναι πιο φοβερή επανάσταση η απόφαση ότι δεν έχω καμμιά σχέση με το κακό και τη φλυαρία αυτού του κόσμου !
Τον είπανε ποιητή της παρακμής…, αυτά είναι γελοιότητες. Ας το ξαναλέει ο καθένας, ας το μάθει απόξω αυτό το ποίημα – θα του κάνει καλό –
Αν γλιτώσει και μία μονάχα απ αυτές τις εκδηλώσεις κι απ αυτές τες συνάφειες και τες πολλές κινήσεις κι ομιλίες, – θα είναι μεγάλο κέρδος.

Περιήγηση ἄρθρων