Ποιητική Αλήθεια

"Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια"

Ἀρχεῖο γιὰ τὴν ἐτικέττα “Φαίδρος Μπαρλάς”

Φαίδρος Μπαρλάς – Καί πάλι

barlasfedros_gr

Καί πάλι

Ὡραῖα ἦταν, λοιπόν, ἐδῶ κάτω΄
νὰ ξανάρθωμε κάποτε.

Ὡραία ζωή,
ὡραῖα πρωϊνὰ κι ἀπογεύματα, ὡραῖα κορίτσια.

Κύριε, σοῦ χαρίζω τὴν αἰωνιότητα
γιὰ μία ἀκόμη ζωὴ στὸν ἴδιο πλανήτη.

Δείξου γιὰ μία φορὰ γενναιόδωρος΄
ξαναγέμισε ξέχειλο τὸ ποτήρι μου
πού κοντεύει ν’ ἀδειάσῃ.

Advertisements

Αίμα στην άσφαλτο, του Φαίδρου Μπαρ­λά

Αὐτό συνέβη εἰς τά Χαφτεῖα, ἐκεῖ ὅπου διασταυρώνονται αἱ ὁδοί Πανεπιστημίου καί Πατησίων, καί συγκεντρωμένοι στά ἑκατέρωθεν πεζοδρόμια διαβάτες περιμένουν τήν συγκατάθεση τοῦ ἀστυφύλακος γιά νά περάσουν ἀπέναντι.
Ἦταν, λοιπόν, μεσημέρι καί, ὅπως συνήθως, κόσμος πολύς ἐπερίμενε, κι ἀπό τίς δυό μεριές –μ’ ἕναν ἀστυφύλακα ἐπικεφαλῆς ἡ κάθε παράταξις, πού τό κράνος του ἐγιάλιζε στόν ἥλιο.

Αἴφνης, οἱ ἀστυφύλακες ἔδωσαν τό σύνθημα, καί οἱ δυό παρατάξεις ἐξεκίνησαν, βαδίζοντας κατά μέτωπον…

Τό σύνηθες σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶναι, οἱ δυό παρατάξεις νά διασταυρώνονται στό μέσον τοῦ δρόμου, νά προσπερνῶνται ἀδιάφορες καί, μετά ἀπό τό στιγμιαῖο ἐκεῖνο ἀνακάτεμα, νά ξεχωρίζουν καί πάλιν, προχωρῶντας ἡ κάθε μιά, πρός τό πεζοδρόμιο τοῦ προορισμοῦ της.

Τό μεσημέρι ὅμως ἐκεῖνο τά πράγματα συνέβησαν διαφορετικά:

Ὅλοι οἱ ἐρχόμενοι ἀπό τό ἕνα πεζοδρόμιο συνέπεσε νά ἔχουν στενούς γνωρίμους μεταξύ ἐκείνων πού ἐρχόντουσαν ἀπό τό ἀντίθετο. Καί ὄχι πολλούς στενούς γνωρίμους -ὄχι. Καθένας τοῦ ἑνός πεζοδρομίου ἐγνώριζε καί ἀπό ἕναν τοῦ ἀντιθέτου. Καί δέν τόν ἐγνώριζεν ἁπλῶς, ὅπως συμβαίνει τόσους καί τόσους νά γνωρίζομε, ὁ γνώριμος αὐτός ἤταν ἕνα πρόσωπο πολύ φιλικό, συνδεδεμένο με χίλιες ἀκριβές ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος. Ἕνα πρόσωπο, ἀκόμη, πού εἶχε καιρό ὁ ἀπέναντι γνώριμος νά τό δεῖ, πού νόμιζε πῶς εἴχε χαθεῖ, καί τώρα με ἀνεκλάλητη χαρά τό ξανασυναντοῦσε.

Πλησιάζοντας, λοιπόν, πρός τό μέσον τοῦ δρόμου, έκεῖ πού διέρχονται οἱ γραμμές ταῦ τράμ, οἱ δύο παρατάξεις ἄρχισαν νά ἀναγνωρίζονται. Κραυγές ἀγαλλιάσεως ἀκούστηκαν πρῶτα, ἔπειτα ὁ γενικός ρυθμός τοῦ βηματισμοῦ ἐπιταχύνθηκε καί, τέλος, ὅλοι ὅρμησαν πρός ὅλους μέ τά χέρια προτεταμένα…

Κανείς δέν λογάριαζε πιά νά περάσει στό ἀπέναντι πεζοδρόμιο.

Ὅλοι εἶχαν μείνει ἐκεῖ, καταμεσίς τῆς ὁδοῦ Πανεπιστημίου, γελῶντας, συζητῶντας με θόρυβο, σφίγγοντας πάνω – κάτω τά χέρια, ένῶ οἱ ἀστυφύλακες ἐκοίταζαν ἄναυδοι, άλλά κατά βάθος, συγκινημένοι καί αὐτοί.

Ἔξαφνα, παρατηρήθηκε κάτι τό ἀνώμαλο.

Ἕνας περίσσευε.

Ναί, ὑπῆρχε ἕνας, πού κανέναν δέν γνώριζε, κανείς δέν τόν γνώριζε καί κανέναν δέν χαιρετοῦσε. Κι ὁ ἕνας αὐτός δέν ἔλεγε νά περάσει ἀντίκρυ, ὅπως ἦταν ἡ ἀρχική πρόθεσή του, ἀλλ’ εἶχε μείνει -ὁλοφάνερα χωρίς λόγο – κι αὐτός στήν μέση τοῦ δρόμου, κοιτάζοντας ἀλαλιασμένος τούς ἄλλους.

Ἡ παρουσία του ἔγινε, στήν ἀρχή, αἰσθητή μόνο στούς πιό κοντινούς – πού ἄρχισαν νά τόν κοιτάζουν κάπως ὕποπτα. Ἔπειτα, ἡ αἴσθηση αὐτή τῆς ἀνωμαλίας σκόρπισε καί μακρύτερα – καί σέ λίγο, ὅλο τό πλῆθος ἐκεῖνο εἶχε στρέψει ἐνοχλημένο τά βλέματα πρός τό μέρος του, καί τόν παρατηροῦσε μέ διαθέσεις πού γίνονταν ὅλο καί πιό ἐχθρικές.

Κανείς ἐν τῷ μεταξύ, δέν εἶχε πάψει νά κρατάει σφιχτά τό χέρι τοῦ γνωρίμου του.

Διατηροῦσαν τήν χειραψία ἐπίτηδες, ἐπιδεικτικά, γιά νά ὑπογραμμίσουν ἐντονότερα στόν ἄγνωστο τό ἄκαιρο τῆς παρουσίας του κοντά τους.

Ἐκεῖνος ἔμοιαζε πλέον νά ἔχει πανικοβληθεῖ. Εἶχε παραλύσει στό σημεῖο πού βρισκόταν, καί δέν ἔλεγε νά κουνήσει οὔτε μπρός οὔτε πίσω. Ἡ τρομερή μοναξιά, πού δέν τήν περίμενε, δέν τήν ὑπελόγιζε -ἐκεῖ, ξαφνικά, μεσημέρι, εἰς τά Χαφτεῖα…-, τόν ἔκανε νά ὑποφέρει ἀφάνταστα. Αἰσθανόταν τρομαχτικά ἔρημος καί ἐγκαταλελειμένος, ἄνθρωπος σέ ξένο σύμπαν, χωρίς γονεῖς, χωρίς φίλους ἤ συγγενεῖς, χωρίς γυναῖκα ἤ ἐρωμένη, χωρίς κανέναν δικό του στόν κόσμο. Τό μυαλό του εἶχε ἀκινητήσει, καί σχημάτιζε κάθε τόσο ἕναν ἀριθμό. Ἕναν ἀριθμό πού ἐκπροσωποῦσε αὐτόν τόν ἴδιο, ἕναν –πάντοτε – περιττό ἀριθμό. Εἶμαι –σκεπτόταν -ὁ 21, ὁ 27, ὁ 35, ὁ 41…

Ἡ κατάστασις ὅμως ἀδιάκοπα χειροτέρευε. Τά ζεύγη τόν ἐπλησίαζαν καί, σιγά σιγά, ἕνας κύκλος σχηματίσθηκε γύρω του. Οἱ ματιές ἦσαν ἄγριες, θανάσιμα ἐχθρικές. Οἱ ἀστυφύλακες ἄρχισαν καί αὐτοί νά ὀργίζονται. Εἶχαν ἐγκαταλείψει τό πόστο τους καί βάδιζαν πρός τό μέρος του –φανερό, πώς ἐπρόκειτο νά τόν συλλάβουν…

Ἔξαφνα ὁ ἄνθρωπος ἔμπηξε μιά κραυγή ἀγωνίας καί τρόμου, πού ἀντήχησε ἐκκωφαντικά κάτω ἀπό τόν ἥλιο τοῦ μεσημεριοῦ -καί ἄρχισε νά τρέχει.

– Πιάστε τον! πιάστε τον ! ἀκούστηκαν μερικές θυμωμένες φωνές.

Οἱ ἀστυφύλακες καί ὁ κόσμος τόν κυνήγησαν.

Ἐκεῖνος ἔτρεχε με φρενίτιδα. Ὁ φόβος ἔδινε φτερά στά πόδια του.Ὅρμησε πρός τήν πλατεῖα τῆς Ὁμονοίας…

Πίσω του τό πλῆθος ὀρυόταν:

– Πιάστε τον ! πιάστε τον!

Μερικοί, πού ἐρχόντουσαν ἀπό τήν ὁδό Πειραιῶς, ἤ τήν ὁδό Ἁγίου Κωνσταντίνου,

κινήθηκαν νά τόν ἀνακόψουν.

Τούς χτύπησε, τούς ἀνέτρεψε, ξέφυγε.

Κι ἐξακολούθησε νά τρέχει.

– Πιάστε τον! πιάστε τον!…

Ἡ κραυγή ἔβγαινε πιά ἀπό χίλια στόματα.

Οἱ ἀστυφύλακες τόν εἶχαν πλησιάσει.

Ἔκανε νά στρίψει, νά χωθεῖ στά σοκάκια.

Δέν πρόφτασε!

Ἕνας πυροβολισμός ἀκούστηκε, ξερός μέσα στήν διάπυρη άτμόσφαιρα.

Ὁ ἄνθρωπος σωριάστηκε χάμω.

Πανδαιμόνιο χαρᾶς ὑποδέχτηκε τήν πτώση του.

– Ἔπρεπε ! ἔπρεπε ! ..φωνάξανε.

Κάποιος, πού δέν εἶχε άντιληφθεῖ τά ὅσα εἶχαν συμβεῖ, ρώτησε τούς πλαινούς του.

– Μά …τι ἔκανε λοιπόν αὐτός ὁ ἄνθρωπος;

Δέν τοῦ ἀποκρίθηκαν.

Ἕνα αὐτοκίνητο τῶν Πρώτων Βοηθειῶν φρενάρισε ἀπότομα, σηκώνοντας σύννεφο τήν σκόνη.

Τόν φόρτωσε μέσα καί χάθηκε πρός τήν ὁδό 3ης Σεπτεμβρίου.

Μονάχα λίγες κηλίδες αἷμα εἶχαν ἀπομείνει στήν ἄσφαλτο.


Ο Φαίδρος Μπαρλάς, γιος του Τάκη Μπαρλά, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία, το δοκίμιο, την κριτική και το χρονογράφημα. Πέθανε στην Αθήνα το 1975 από καρκίνο των πνευμόνων, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα του. Είναι ξεχασμένος απ΄όλους. Μόνο το φιλαράκι του ο Ρένος Αποστολίδης τον θυμήθηκε και επιμελήθηκε τα “Απαντά” του για να εκδοθούν από την Εστία.

Οι τροχονόμοι, του Φαίδρου Μπαρ­λά

Ἦτον Κυριακή, καί πρωί, καί λιακάδα. Ὡς εἴθισται νά συμβαίνῃ, ὅταν συντρέχουν οἱ τρεῖς αὐτοί λόγοι, ἐπέβη τοῦ αὐτοκινήτου του καί ἐξεκίνησε διά τάς ἐξοχάς.Ἀλλ’ ἡ κίνησις ἦτον πολλή. Ὀχήματα παντός εἴδους συνωστίζοντο εἰς τήν μεγάλην δημοσίαν ὁδόν μέ τά ἕξ καταστρώματα. Μή ἐμπιστευόμενοι τούς σηματοδότας ἐπιβλητικοί τροχονόμοι μέ κράνη στιλπνά, εἶχον σταθεῖ εἰς ἑκάστην διασταύρωσιν καί ἐρρύθμιζον πλέον αὐτοί τήν κυκλοφορίαν. Διά νά διευκολύνουν τήν κίνησιν, πρός τό κοινόν καλόν ἐνεργοῦντες, διέτασσον ἄλλα τῶν ὀχημάτων νά στραφοῦν πρός βορρᾶν, ἄλλα πρός νότον, ἄλλα πρός ἀνατολάς καί ἄλλα πρός δυσμάς. Σημασία δέν εἶχε πού ἐπορεύετο, πού εἶχε κατά νοῦν νά μεταβῇ ὁ ὁδηγός. Ἡ θέλησις τοῦ τροχονόμου, τό μέγα ἀγαθόν τῆς διευκολύνσεως τῆς κυκλοφορίας, ἐτίθεντο ὑπεράνω τῶν ἀτομικῶν προτιμήσεων. Τό σῆμα τοῦ τροχονόμου –μία κίνησις τῆς χειρός αὐστηρά, τελεσίδικος, μή ἐπιδεχομένη ἀμφισβήτησιν ἤ ἀντίρρησιν – ὑποχρέωνεν εἰς ἀλλαγήν πορείας τούς ὁδηγούς, ἀνέτρεπε σχέδια καταστρωθέντα ἐπιμελῶς, ἐματαίωνε συναντήσεις συμφωνηθείσας πρό πολλοῦ.

Πᾶσα σκέψις νά καθικετεύσῃ τινάς τόν τροχονόμον νά μεταβάλῃ ἀπόφασιν, νά τοῦ ἐπιτρέψῃ νά πορευθῇ πρός ἥ κατεύθυνσιν ἐπεθύμει, ἦτο ὅλως ματαία. Καί ὁ στιγμιαῖος ἀκόμη δισταγμός τοῦ ὁδηγοῦ ἦτο ἱκανός νά κινήσει τήν ὀργήν τοῦ ὀργάνου. Διά βιαίων κινήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδήλουν ἄκραν ἀδημονίαν καί ἐξέφραζον ἀόριστον μέν ἀλλά βαρεῖαν ἐν ταυτῷ ἀπειλήν, οἱ τροχονόμοι ὑπεδείκνυον εἰς τούς ὁδηγούς ὅτι ὤφειλον νά ἐκτελοῦν τάς ἐντολάς αὐθωρεί, διά νά μή καθυστερῇ ἡ κυκλοφορία. Ἡ πειθαρχία, ἄλλωστε, ἦτο κανών εἰς τήν πόλιν αὐτήν. Κατά μῆκος τῶν διαφόρων ὁδῶν, πινακίδες τοποθετημέναι εἰς τό κατάλληλον ὕψος ὥστε νά τίς ἔχει πρό ὀφθαλμῶν ὁ καθήμενος ἐντός του ὀχήματος ὁδηγός, ἀνέγραφον «Πειθαρχεῖτε εἰς τούς τροχονόμους». Ἄλλαι πινακίδες, τοποθετημέναι ὑψηλότερον, εἰς τό ὕψος ὀρθίου ἀνδρός μέσου ἀναστήματος ἐπέτασσον : «Πειθαρχεῖτε εἰς τούς νόμους». Ἄλλαι πάλιν, ἱστάμεναι χαμηλότερον, εἰς τό ὕψος τό ἀναλογοῦν εἰς ἀνάστημα μείρακος, διέτασσον: «Πειθαρχεῖτε εἰς τούς παιδονόμους ». Καί εἰς τό κέντρον τῆς πόλεως, εἰς τόν ὑψηλότερον ὄροφον τοῦ ὑψηλοτέρου κτιρίου της, θεατή πανταχόθεν καί φωτιζομένη κατά τήν νύκτα, εὐρίσκετο πινακίς ἀναγράφουσα: «Πειθαρχεῖτε εἰς τόν θεόν».

Πειθαρχῶν ὁ ὁδηγός, περί οὗ ἡ ἀφήγησις, ἐξετέλει ὅτι οἱ τροχονόμοι τοῦ ὑπεδείκνυον. Ἑκάστη ἐντολή, ἕκαστον σῆμα τῶν τροχονόμων, τόν ἀπεμάκρυνον καί περισσότερον τῆς ἀρχικῆς του πορείας. Οὔτε σκέψις ἐγένετο πλέον νά μεταβῇ εἰς τάς ἐξοχάς. Βεβαίως, ἐφθόνει ἐνδομύχως τούς ὁδηγούς τούς ὁποίους εὐμενής σύμπτωσις ἐντολῶν εἶχε κατευθύνει πρός τά ἐκεῖ. Ἀλλά παρηγορεῖτο, μέχρι τινός, συλλογιζόμενος, ὅτι πολλοί ἀσφαλῶς ἐξ αὐτῶν, δέν ἐπεθύμουν μετάβασιν εἰς τάς ἐξοχάς, ἀντιθέτως δέ: εἶχον ἐπείγουσαν ἀπασχόλησιν εἰς τήν πόλιν.

Μετ’ ὀλίγον, δέν ἐγνώριζε πιά ποῦ εὑρίσκετο. Ἡ περιοχή, τήν ὁποίαν μετ’ἐκτέλεσιν ἐντολῶν ἀλλεπαλλήλων διέσχιζε, ἦτο ἐξ’ ἐκείνων τάς ὁποίας οὐδέποτε εἶχεν ἐπισκεφθῆ. Ἡ κίνησις, ἐξ’ ἄλλου, εἶχεν αἰσθητῶς ἀραιώσει. Παρά τοῦτο, οἱ τροχονόμοι, εὐθυτενεῖς εἰς τήν θέσιν των, συνεπεῖς εἰς τό χρέος, ἐξηκολούθουν νά τήν ρυθμίζουν. Φιλοδοξία των – συνεπέρανεν ὁ ὁδηγός –ἦτον νά ἐπιφέρουν τήν πλήρην ἀποσυμφόρησιν. Ἐφ ᾧ καί ὅταν συνέβαινε νά εὑρεθοῦν τρία, ἐπί παραδείγματι , ὀχήματα βαίνοντα τό ἕν κατόπιν τοῦ ἄλλου, ὁ τροχονόμος ὑπεχρέωνε τό πρῶτον νά ἀκολουθήσῃ στροφήν δεξιά, τό δεύτερον ν’ ἀκολουθήσῃ στροφήν ἀριστερά, καί τό τρίτον νά συνεχίσῃ πορευόμενον τήν εὐθεῖαν. Ἐννοεῖται, συχνά συνέβαινεν, εἰς ἑπομένην διασταύρωσιν, τό προσφυῶς ἀπομονωθέν τροχοφόρον νά εὑρεθῇ πάλιν συμπορευόμενον μετ’ ἄλλου, ἐρχομένου ἐκ διαφόρου κατευθύνσεως καί εἰς ἐκτέλεσιν ἐντολῆς ἄλλου ὀργάνου. Ἀλλ’ οἱ τροχονόμοι καί αὖθις παρενέβαινον, διαχωρίζοντες τά πρός στιγμήν προσεγγίσαντα.

Μετά πάροδον ἱκανοῦ πλέον χρόνου, ὁ ὁδηγός, ὁ ὁποῖος ἐσκόπει ἀρχικῶς νά μεταβῇ εἰς τάς ἐξοχάς, εὐρέθη ἐν τέλει μόνος, μόνος ὁλοσχερῶς, ἐπί εὐθυτάτης ὁδοῦ, τήν ὁποία οὐδεμία κάθετος διεσταύρωνε. Τροχονόμοι ὑπῆρχον ἀκόμη, εἰς τακτάς ἀποστάσεις, ἀλλά δέν ἔδιδον ἐντολάς. Ἵσταντο ἤρεμοι, ἀπαθεῖς –μερικοί μάλιστα ἐμειδίων φιλικῶς πρός τόν ὁδηγόν. Ἐκεῖνος ἀνταπέδιδε τό μειδίαμα των. Ἡ ἔκφρασίς του ἀπεκάλυπτε τόν θαυμασμόν, τόν ὁποῖον ἠσθάνετο διά τό ἔργον των. « Εὖγε των!» διελογίζετο. «Ἐπέτυχον πληρέστατα τοῦ σκοποῦ των: ἐπέφερον τήν τελείαν ἀποσυμφόρησιν!…»
Αἴφνης τό μειδίαμα ἐπάγωσεν εἰς τά χείλη του. Τρόμος κατέλαβε τήν ψυχή του. Ἀποτόμως, ἀντελήφθη πού τόν ἐπήγαιναν. Ἀνεγνώρισε ποία ἦτο ἡ εὐθυτάτη ὁδός, εἰς τήν ὁποίαν διά τῶν σημάτων των τόν ἐξώθησαν… Ἄπελπις ἐπεχείρησε νά κάμῃ στροφήν ἐπί τόπου, νά στραφῇ πρός τήν ἀντίθετον κατεύθυνσιν τῆς ὁδοῦ. Ἀλλά τέσσαρες τροχονόμοι πελώριοι, μέ τά κράνη των ἀπαστράπτοντα εἰς τό κατακόρυφον ἤδη φῶς τῆς λαμπρᾶς μεσημβρίας, μέ τάς ράβδους των τεταμένας, ἀνεδύθησαν εἰς τάς παρυφάς τῆς ὁδοῦ, στεντορείως κραυγάζοντες:

– Ἀπαγορεύεται!…Εἶναι μονόδρομος!… Ἡ στροφή ἐπί τόπου ἀπαγορεύεται!…

Ὁ ὁδηγός τά ἐσάστισε. «Συγγνώμην» ἐψέλλισε. «Δέν τό ἔγραφε –δέν τό ἐγνώριζα…»

Ἀνελογίσθη, μέ δέος, ὅτι ὀλίγον ἔλειψε νά ὑποπέσῃ εἰς παράβασιν βαρυτάτην.

Συνελθών, ἐπανέφερε τό αὐτοκίνητόν του εἰς τήν εὐθείαν…

Καί ὤδευσε, πειθηνίως, νομοταγής, εἰς τόν θάνατον!..

Πηγή


Ο Φαίδρος Μπαρλάς, γιος του Τάκη Μπαρλά, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία, το δοκίμιο, την κριτική και το χρονογράφημα. Πέθανε στην Αθήνα το 1975 από καρκίνο των πνευμόνων, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα του. Είναι ξεχασμένος απ΄όλους. Μόνο το φιλαράκι του ο Ρένος Αποστολίδης τον θυμήθηκε και επιμελήθηκε τα “Απαντά” του για να εκδοθούν από την Εστία.

Ένδεκα συν ένα ποιήματα του Φαίδρου Μπαρλά

Οἰ λεοπαρδάλεις

Τρυπώσαμε ὅλοι στὰ σπίτια μας ἔντρομοι
ὅταν φάνηκαν οἱ λεοπαρδάλεις στὴν πόλη.

Ἀγριεμμένες, διψασμένες γιὰ αἷμα, κοιτάζανε
μὲ μάτι θολὸ τὶς κατάκλειστες πόρτες –
μὴ ξεμυτίση κανένας, νὰ τὸν ξεσκίσουν.

Σιγὰ-σιγὰ ὅμως,
θέλεις τὸ κρέας –
πού κρεμότανε ἄφθονο στὰ τσιγκέλια
τῶν παρατημένων κρεοπωλείων
καὶ καταπράυνε τὴν ἀρχαία,
τὴν ἀχόρταγη πεῖνα τους –
θέλεις οἱ ὡραῖες λιακάδες τῆς πόλης μας –
πού τὶς χαιρόντουσαν, χουζουρεύοντας,
ξάπλα στὴ μέση τῶν ἔρημων δρόμων –,
οἱ λεοπαρδάλεις ἀρχίσανε,
ὅσο νάναι, νὰ ἡμερεύουν.

Ξεθαρρέψανε κάνας-δύο, τὶς πλησιάσανε,
τὶς ταΐσανε μὲ λιχουδιές, ποὺ φυλάγαν,
γιὰ τέτοιες ὧρες ἀνάγκης, στὸ σπίτι.
Οἱ λεοπαρδάλεις τὶς φάγανε –
γλείψαν καὶ τὸ μουσούδι τους,
τεντωθήκανε.

«Φανερό», εἶπε κάποιος,
«δὲν θὰ φᾶνε κ’ ἐμᾶς, ἅμα ξέρουν
πῶς θὰ τοὺς ρίχνουμε λιχουδιές.»
Ἔτσι, σὲ λίγο καιρό, ξεθαρρέψαμε ὅλοι
ἀνοίξαμε πόρτες καὶ παράθυρα διάπλατα,
κυκλοφορούσαμε στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες,
ἄνθρωποι καὶ λεοπαρδάλεις ἀνάκατα.
Ἀπ’ τὸ τομάρι πιὰ μόνο μᾶς ξεχώριζες.
Βέβαια, παραμερίζαμε μὲ σέβας στὸ διάβα τους,
τοὺς προσφέραμε τὰ καλύτερα κρέατα,
τὶς ἐκλεκτότερες ποικιλίες ἀλλαντικῶν,
δηλώναμε, φωναχτά, ὁ ἕνας στὸν ἄλλο,
πῶς ὡραιότερα ζῶα ἀπὸ αὐτά,
ποῦ ἡ παρουσία τοὺς τιμοῦσε τὴν πόλη μας,
δὲν εἴχαμε ξαναδῆ στὴ ζωή μας!.

Μερικοί, μία φορά, παραπαίρνοντας θάρρος,
καθὼς βλέπανε τὶς λεοπαρδάλεις νὰ μπαταλεύουν –
ἀπ’ τὸ πολὺ φαΐ ποὺ τοὺς ρίχναμε,
τὴ λιακάδα, τὴν ξάπλα καὶ τὸ χουζούρι –
φαντάστηκαν πὼς θάταν βολετὸ νὰ τὶς διώξουν.
Μὰ οἱ λεοπαρδάλεις τοὺς κάνανε χίλια κομμάτια,
πρὶν προλάβουν ν’ ἁπλώσουν χέρι ἀπάνω τους.

Ἀπὸ τότε, τὸ βάλαμε καλὰ στὸ μυαλό μας,
τὸ τυπώσαμε σ’ ὅλα τὰ βιβλία ζωολογίας,
τὸ ἀποστηθίζουμε κάθε μέρα σὰν προσευχή:
«Δὲν πειράζουν οἱ λεοπαρδάλεις,
ἂν δὲν τίς πειράξης
μὴν τὶς πειράζης,
γιὰ νὰ μὴ σέ πειράξουν.»
Ὅλοι πιά, πρόθυμα κ’ εὐσυνείδητα, τὶς ταΐζουμε,
πρόθυμα κ’ εὐσυνείδητά τους φέρνουμε λιχουδιὲς –
κι ὅσοι ἔχουνε χέρι ἁπαλὸ κι ἐπιδέξιο
τοὺς χαϊδεύουν τὴ ράχη ἢ τὸ μουσούδι.

Κ’ οἱ λεοπαρδάλεις – ποιὸς θὰ τὸ πίστευε; –
τρίβονται λιγωμένες ἀπάνω τους,
ἀφήνοντας μικρὰ μουγκρητὰ εὐχαρίστησης.
Αὐτὸς – καταλήξαμε- – εἶναι ὁ τρόπος
γιὰ ν’ ἀντιμετωπίζη κανεὶς τὶς λεοπαρδάλεις
καὶ τὸν μαθαίνουμε τώρα καὶ στὰ παιδιά μας,
γιὰ νὰ τὸν μάθουν κι αὐτὰ
στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους:
νὰ τὰ μάθουν ν’ ἀγαποῦν τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ σέβωνται τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ ταΐζουνε τὶς λεοπαρδάλεις,
ἀφοῦ γιὰ πάντα, ὅπως ξέρουμε, θάναι –
ἔξω ἀπὸ κακὸ ἢ ἀρρώστεια! –
οἱ λεοπαρδάλεις ἀφέντες στὴν πόλη μας.


Εν Έτει 2000

Όταν μεγάλωσε, έμαθε
πως ο πατέρας του
ήταν κι αυτός,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Η θεία του η Λιλή,
ο θείος του ο Μιχάλης,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Όλοι οι γνωστοί του μπαμπά,
όλες οι γνωστές της μαμάς,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο…
Τώρα, κάθε πρωί,
καθώς κατηφορίζει την οδό Πατησίων
κι αντικρύζει την καγκελλόπορτα
την κλεισμένη «εις μνήμην».
στριφογυρίζει στο νου του
η ίδια απορία:
«Πώς διάβολο χώρεσαν
όλοι αυτοί εδώ μέσα;…»


Μνημόσυνο γιά τόν Οὐάϊλντ

Εἶναι μὲς στοὺς νεκροὺς ὁ περισσότερο νεκρός·
κι ἀκόμα: ὁ πιὸ ἀσύγχρονος, ὁ πιὸ ξένος, ὁ πιό ἐχθρικός!
Ὑπῆρξε εὐφυής·
Καὶ ὁ δικός μας καιρὸς θεωρεῖ τὴν εὐφυῒα παράπτωμα.
Ὑπῆρξε εὐφραδὴς ·
κ’ ἡ ἐποχὴ μας βαριέται τὶς εὐφράδειες.
Ὑπῆρξε ἄπιστος καὶ σκεπτικιστής·
κ’ ἐμεῖς διαθέτουμε ἀποθέματα πίστεως
γιὰ λεγεῶνες ὁλόκληρες εἰδώλων!
Ὑπῆρξε ἀτομιστής·
κ’ ἐμεῖς πρεσβεύουμε ὅτι ἐκεῖνο πού προέχει εἶναι τὸ σύνολο.
Ὑπῆρξε ἐλεύθερος καὶ ἀπροκατάληπτος·
κ’ ἐμεῖς καῖμε λιβάνι καὶ θυσιάζουμε ζωὲς
στὸ Φανατισμὸ καὶ στὸ Δόγμα!
Ὑπῆρξε ἐπιτηδευμένος·
κ’ ἐμεῖς— μὲ πρωτοπόρο τὴν ἀμερικανικὴ νεολαία —
θεσπίσαμε τὴν ἁπλότητα !..
Ὑπῆρξε ἕνας «συγγραφεὺς παρακμῆς»
κ’ ἡ ἐποχή μας —
ἐποχὴ ἐσχάτης παρακμῆς —
ἀποστρέφεται τοὺς «συγγραφεῖς τῆς παρακμῆς»
καὶ ἀναζητεῖ «τὸ ἀδιαβλήτως πρωτόγονο ἔργο»,
ὅπως ἡ ντελικάτη ἐκφυλισμένη κυρία
ἀναζητεῖ «τὸν ἀδιαβλήτως πρωτόγονο ἄντρα»:
τὸν πυγμάχο ἢ τὸν τσοπάνη…
Συγγραφεὺς τῆς ἐποχῆς μας
εἶναι ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης!
Ζωγράφος της:
ὁ τσολιὰς Θεόφιλος Χατζημιχαήλ!..

Ἦταν ὁ τελευταῖος μίας ἐκλεκτῆς λεγεώνας…
Μίας λεγεώνας ἀπὸ ποιητές, πού τὸ ἔργο τους δὲν ἐστάθηκε
παρὰ ἡ ἀντανάκλαση τῆς ζωῆς τους-
μιᾶς ζωῆς ὅλης Ἔνταση, Ἔπαρση, Μεγαλεῖο, Μαρτύριο.
Ποιός, ἆρα γε, αὐριανὸς ἔφηβος ποιητὴς
θὰ ὀνειρευτῇ στὸν τάφο τοῦ Ἔλιοτ –
τοῦ γραφειοκράτη αὐτοῦ τῆς Ποιήσεως,
τοῦ ἀψόγου ἀστοῦ;..

Ποιὸν θὰ συνεπάρουν
Οἱ παραπομπὲς κ’ οἱ ὑποσημειώσεις του –
ἡ λατρεία του γιὰ τὸ καλῆς ποιότητος τυρί,
ἡ νοικοκυρεμμένη καὶ συμμορφωμένη ζωή του ;..

Δὲν μπορεῖ πιὰ κανεὶς νὰ παρομοιάσῃ
τοὺς ποιητὲς μὲ τοὺς ἄλμπατρος –
τοὺς πρίγκιπες αὐτοὺς τῶν νεφῶν
πού τὰ γιγάντια φτερά τους
τοὺς ἐμποδίζουν
νὰ περπατᾶνε…
Οἱ ποιητὲς τοῦ καιροῦ μας περπατᾶνε θαυμάσια,
χωρὶς νὰ τοὺς ἐμποδίζουν «τὰ γιγάντια φτερά τους»·
αὐτά, τ’ἀνοίγουνε μόνο στὸ σπίτι,
γιὰ νὰ γράψουν
-ὅποτε ἐπιτρέπουν
καὶ στὸ φυλακισμένο τους «ὑποσυνείδητο» νὰ βγῇ ἔξω
νὰ πάρῃ λίγον ἀέρα
καὶ νὰ πῇ στὸ χαρτὶ
ὅσα πράγματα δὲν εἶναι φρόνιμο
κανεὶς νὰ τὰ λέῃ στὸ δρόμο…
Ἄλλα δὲν εἶχαν πάντα οἱ ποιητὲς μιὰ τέτοια «σύνεση»…

Σήμερα, εἶναι μὲς στοὺς νεκροὺς ὁ περισσότερο νεκρός…
Δὲν ξέρω,
ἂν ζοῦσε ἀνάμεσά μας,
θὰ δυνάμωνε ἢ θὰ στέρευε ἡ εἰρωνεία στὰ χείλια του;
Δὲν ξέρω τί θὰ γινόταν
ἂν τὸν καταδικάζαμε νὰ πηγαίνῃ σ’ ἀμερικάνικα φίλμς
-ἢ νὰ παρακολουθῇ κομμουνιστικὲς διαδηλώσεις…
Ἀλλά μοῦ φαίνεται πὼς τὸν βλέπω –
μὲ τὸ ἀλαζονικὸ ἡλιοτρόπιο νὰ τοῦ σκιάζη τὸ πέτο,
μὲ τὴν ἀγέρωχη λάμψη τῆς Μεγαλοφυῒας στὸ βλέμμα —
νὰ σκάῃ σὲ μεγάλα,
σὲ τεράστια γέλοια !…


Τό τέρας

Το ἀγαθόν, τό γενναῖο, τό πανάσχημο Τέρας,
πού καθυβρίζεται μέ σκαιότητα στίς ταινίες τοῦ Χόλλυγουντ,
τό Τέρας ὅπου μεροληπτεῖ ἐναντίον του τό κοινόν,
τό Τέρας, «πού κερδίζει τάς μάχας
καί χάνει» – πάντα –«τόν πόλεμον»,
ἄ τό Τέρας, πῶς θάθελα νά τό σώζω,
ἐπεμβαίνοντας τήν τελευταίαν στιγμήν,
μέ ὁποιοδήποτε ὅπλον
–τό ξίφος, τήν σφενδόνην, τό δηλητήριον –
ἤ θρυμματίζοντας μέ ἕνα ρόπαλο
τόν φακό τοῦ ὀπερατέρ!..


L’amoureuse

Στεκόταν ἐκεῖ, εὐθυτενής και ἀγέρωχος, καταστόλιστος ὅλος με τα λαμπρά του παράσημα, ὁπότε τον ἐπλησίασε μία κοπέλλα…
Θα ἦτο, ὑπέθεσαν ὅλοι, μαθήτρια. Και τοῦτο, διότι φοροῦσε τήν γνωστή βαθυγάλαζη ποδιά, καί εἶχε στό στῆθος, κεντημένο λευκό, τόν ἀριθμό τοῦ Γυμνασίου ὅπου φοιτοῦσε…
Ἡ μαθήτρια ὑποκλίθηκεν μέ χάριν, καί ἔπειτα τόν ἐκοίταξε ἐρωτικά μές στά μάτια…
Στρατηγέ, τόν προσεφώνησε, μέ σιγανή γλυκειά φωνή, πού μόλις ἀκουγόταν…
Στρατηγέ, εἶσαι… προδότης!!!


Καί πάλι

Ὡραῖα ἦταν, λοιπόν, ἐδῶ κάτω΄
νὰ ξανάρθωμε κάποτε.

Ὡραία ζωή,
ὡραῖα πρωϊνὰ κι ἀπογεύματα, ὡραῖα κορίτσια.

Κύριε, σοῦ χαρίζω τὴν αἰωνιότητα
γιὰ μία ἀκόμη ζωὴ στὸν ἴδιο πλανήτη.

Δείξου γιὰ μία φορὰ γενναιόδωρος΄
ξαναγέμισε ξέχειλο τὸ ποτήρι μου
πού κοντεύει ν’ ἀδειάσῃ.


Η Άπιστος

Έχουν παρέλθει αμέτρητοι ενιαυτοί απο τότε που μέσα στο ίδιο αυτό ανάκτορον (το δικό μας πια τώρα) ο κόμης Ιαροσλάβ πρόφερεν υποκόφως την φράσιν: – Την αθλίαν! Κ’ έπειτα πάλιν και πάλιν: -Την αθλίαν! με συνεσφιγμένους οδόντας.

Ήτο ανήρ αισθημάτων βιαίων΄ σωματώδης΄ ευρύστερνος. Εβημάτιζεν εις την αίθουσαν επάνω και κάτω, εκτύπα τους κροτάφους του, ύψωνε τους γρόνθους προς την οροφήν και ερέκαζε: – Την αθλίαν!…

Ήδη αμέτρητοι ενιαυτοί έχουν παρέλθει, και ο κόμης Ιαροσλάβ είναι, καθώς λέγουν, νεκρός… Αλλ’ η αίθουσα ακόμη αντηχεί την οξείαν και διάτορον εκείνην, που επανελαμβάνετο, κραυγήν: – Την αθλίαν!…


Ἡ σκού­να

Φορτωμένη λε­μό­νια μυ­ρω­δᾶ­τα, ἐ­πλη­σί­α­ζεν εἰς τὸ λι­μά­νι ἡ σκού­να.
Ἐ­ξε­χώ­ρι­ζαν ἤ­δη εἰς τὸ λυ­κό­φως, κι­νού­με­ναι ἐ­πὶ τοῦ κα­τα­στρώ­μα­τος, οἱ μορ­φὲς τῶν ναυ­τῶν.
Ἐ­κεῖ­νος τοὺς ἐ­πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κός. Μό­νον ἡ χαι­ρέ­κα­κος λάμ­ψις εἰς τὸ βλέμ­μα του ἐ­πρό­δι­δε τοὺς κα­τα­χθο­νί­ους σκο­πούς του.
Ὅ­ταν ἡ σκού­να ἔ­φθα­σε πλέ­ον εἰς ὀ­λί­γων μέ­τρων ἀ­πό­στα­σιν, ἐ­πή­δη­σεν ὄρ­θιος, ἔ­κα­με τὰ χέ­ρια χω­νὶ μπρὸς στὸ στό­μα του καὶ τοὺς φώ­να­ξε:
— Q­u­id a­p­p­o­r­t­a­t­is, n­a­u­t­ae?
Ἀλ­λ’ οἱ ναῦ­ται δὲν ἐ­τα­ρά­χθη­σαν:
— A­p­p­o­r­t­a­m­us c­i­t­r­o­n­es!
Ἀ­πε­κρί­θη­σαν ἐν χο­ρῷ.


Σαν λιοντάρια

Σαν λιοντάρια
Εφτά χρόνια τους πολεμούσαμε.
Μέρα και νύχτα – Νύχτα και μέρα,
εφτά χρόνια τους πολεμούσαμε
Μόνο που εκείνοι που εναντίων τους πολεμούσαμε
δεν το είχανε καταλάβει πως πολεμούσαμε
Τέτοια ζώα που ήτανε,
Πως να το καταλάβουν


Ποιήματα Τελευταία και επιθανάτια

Τα επικειμενα

Επίκυνται ώρες οδυνηρές,
αναπότρεπτα γεγονότα που πλησιάζουν
με γοργό και ευκρινέστατο βήμα
Όμως προς το παρόν λάμπει ο Ήλιος
ενός θεσπέσιου Σεπτεμβρίου,
τον διαδέχονται διαυγείς συννεφιές
Ημέρες και νύχτες μακάριες
Ατάραχοι λοιπόν ας αφήσουμε
τα επικείμενα
να επίκεινται.


Μία Γυναίκα
Όλη μέρα φορούσε τη ρόμπα της
και έκανε διάφορες δουλειές του σπιτιού
Όμως σαν ήρθε ο καιρός να πεθάνει,
προσευχήθηκε με θέρμη στο Θεό
Να φορέσει ακόμη λίγο τη ρόμπα της
Να κάνει ακόμη λίγες δουλειές του σπιτιού


Αύριο

Τι ωραία φράση
“Αύριο που θα έχομε καιρό”
Αύριο που θα έχομε καιρό,
να τον ξοδέψομε σε έργα χαρμόσινα
Ελαφρά φρικίαση φέρνει
ηδονικής προσδοκίας στο σώμα
και πόσο πιο ωραία η φράση
αν αναλογιστείς πόσο λίγο
πόσο, γένει, φοβερά λίγο
καιρό έχομε

 


Ο Φαίδρος Μπαρλάς, γιος του Τάκη Μπαρλά, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία, το δοκίμιο, την κριτική και το χρονογράφημα. Πέθανε στην Αθήνα το 1975 από καρκίνο των πνευμόνων, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα του. Είναι ξεχασμένος απ΄όλους. Μόνο το φιλαράκι του ο Ρένος Αποστολίδης τον θυμήθηκε και επιμελήθηκε τα “Απαντά” του για να εκδοθούν από την Εστία.

Περιήγηση ἄρθρων